H κατάλληλη ώρα




Είναι τέσσερις και μισή το πρωί και τα πουλιά αρχίζουν να κελαηδούν σιγανά... υπαινικτικά.
Ο ποιητής πηγαινοέρχεται στο μικρό του δωμάτιο.
Η ανησυχία του μεγαλώνει. Ξεκίνησε στον εγκέφαλό του σαν μια χούφτα χιόνι, παρέσυρε μαζί της όλες τις ελπίδες του, όλες τις ελαφρότητές του και σιγά σιγά έγινε μια επικίνδυνη χιονοστιβάδα που έθαψε όλη τη δύναμή του κάτω από το βάρος της, την ικανότητα να υποδεχτεί την ημέρα, την αδυσώπητη ώρα, τις συμπτώσεις.

Μπροστά στο παράθυρό του μαίνεται μια καταιγίδα και βρυχάται μέσα στα δέντρα...

Πάλι, χωρίς αποτέλεσμα ενόχλησε την κυρία Β.  και ένα φιλότεχνο χορηγό για το νοίκι  του επόμενου μήνα, ο οποίος κάτι είχε ακούσει  για εκείνον και τις απόψεις του. Είναι ακραία  ριζοσπαστικές, μάλλον αντιπαθητικές... έτσι λένε

Το αισθητικό ιδανικό του, η Μαργκώ, ανήκει πλέον στους άλλους. Σ' αυτούς που πληρώνουν.

Εκείνος  που την λατρεύει και την προσκυνά, είναι  πλέον «άκομψα» ντυμένος, «ακατανόητος»...  «γενικά τρελός».

Όταν γονατίζει μπροστά της, βαθια συγκινημένος, τον  αποκαλεί ανώμαλο.
Να μην την φέρνει σε δύσκολη θέση, «παρακαλώ».

Το δωμάτιο του φωτίζεται, η ψυχή του σκοτεινιάζει. Ξημερώνει.

Το τραγούδι των πουλιών γίνεται πιο καθαρό, ακούγονται προσεγγίσεις μελωδίας, οι άνεμοι φέρνουν μυρωδιά λιβαδιού και βουνού στο δωμάτιο.
Κατάλληλη ώρα να κρεμαστεί.



Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμάνη

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image