Μια εκδρομή, μια αγάπη, μια ζωή



Εκείνος της πρόσφερε ένα μπουκέτο χρυσοκίτρινα λουλούδια που έμοιαζαν με χάλκινα κρίνα.
«Σ' εμένα όλα τα λουλούδια πεθαίνουν...», είπε εκείνη και έδεσε το μπουκέτο στην μεταξωτή της ζώνη.
Μετά ανέβηκαν στην άμαξα που τους οδήγησε έξω... στο δροσερό πρωϊνό...

Δροσερό ήταν το πρωϊνό, δροσερό... και ο νέος άντρας τραγουδούσε:
«Το αηδόνι την αηδόνα του κανεί
  σ' όλο το δάσος η φωνή του ηχεί»

«Μην τραγουδάς...», είπε εκείνη.
Εκείνος σιώπησε...
«Τραγούδα αν σου αρέσει», είπε εκείνη, «έχεις ωραία φωνή...τραγούδα τον τελευταίο στίχο πού λέει ...στα ολάνθιστα ύψη...»
Εκείνος σιωπούσε και κοίταζε το γλυκό, αγαπημένο της πρόσωπο...
Εκείνη χαμογελούσε... μετά κοίταξε αδιάφορα τη φύση.
Μαζί της δεν μπορούσες να παίξεις... ήταν ψυχρή και χαμουγελούσε μόνη

Παντού ήταν πράσινοι λάρικες πάνω σε καφέ χώμα... σε ηλιόλουστα σημεία, πάνω σε κοντά χόρτα φύτρωναν λουλούδια με φθινοπωρινά φορέματα, σαν γκρί μεταξωτό βαμβάκι... και αλλού έβλεπες σκουροκίτρινες τούφες με γκριζοπράσινα κοτσάνια... πάνω σε λευκά μαρμάρινα πετραδάκια άνθιζαν κομμάτια σκοτεινού λιβαδιού και κατά μήκος του δρόμου έλαμπαν φωτεινές κόκκινες γλυκαγκαθιές... παντού.

Και ήρθε μια ανηφόρα.
Ο αμαξάς κατέβηκε και περπατούσε δίπλα στην άμαξα.
Ο νέος άντρας και η νέα γυναίκα κατέβηκαν κι αυτοί...
Εκείνη μάζεψε γεντιανές και τις έδεσε στην ζώνη της μαζί με τα άλλα λουλούδια.
Εκείνος ένιωσε σα να πήρε το βραβείο... τόσο λίγο χρειάζεται...

Και μετά της είπε: «Θυμάσαι τι μου είπες χθες το βράδυ; Μου είπες,  'αύριο δεν θα σε πάρω μαζί μου στην εκδρομή'  και πληγώθηκα... και μετά γύρισες το κεφάλι επειδή απομακρύνθηκα... και χαμογέλασες... και είπες, 'πλάκα σου έκανα... θα σε πάρω μαζί μου... έλα τώρα,  είμαι πάλι καλή μαζί σου... μην κοιτάζεις λυπημένα... μην είσαι τόσο χαζούλης... είσαι άντρας, ή είσαι μπέμπης; Μήπως θες να κλάψεις;... μήπως θέλεις να τρέξεις να το πεις στη μαμά σου; χαχαχα!...'»
Όμως εκείνη... αυτός ο τρόπος έκφρασης, δηλαδή να βγάζει πλαστική ψυχή, δεν ήτανε δικός της, στην πραγματικότητα δεν τον μπορούσε, δεν τον καταλάβαινε...

Μετά έγινε νευρική και αμήχανη, «ούφ! άφησέ με ήσυχη με τις υπερβολές σου...»
Και μετά, ντροπαλά με ανασφάλεια, «Για πες, πως τα λένε εκείνα τα κόκκινα μούρα; Αφού εσύ τα ξέρεις όλα...»
«Βερβερίδες ή γλυκαγκαθιές ή ξαγκαθιές ή βερβερίτσες», είπε με αίσθημα μολύβδου-βάρος.
Και εκείνη: «είναι πολύ όμορφες...»
Αυτό σήμαινε: «είδες, δεν είμαι έτσι όπως νομίζεις, μπορώ να είμαι και ευγενική..»
Και μετά: «Δεν μπορώ άλλο να περπατώ, έλα να ανεβούμε στην άμαξα, στους άλλους...»
Του έδωσε την μεταξωτή της ομπρέλλα και τον κοίταξε σα να έλεγε: «Είσαι θυμωμένος;»

Το κουρασμένο τρένο χάθηκε από το πρόσωπό του... ήταν πάλι ο νέος άντρας με τις καστανές μπούκλες που γελούσε... όμως είχε πλέον μεγαλώσει και του πέρασε...
Πεύκα με πένθος, λάρικες με πράσινα φύλλα, λάρικες με πράσινα φύλλα, πεύκα με πένθος, λάρικες, πεύκα, πεύκα, λάρικες...
O νέος άντρας μουρμούριζε το adagio του Χάιντν και μετά το τραγουδούσε απαλά σαν να ήταν πιανίστας της αυλής...

Πάνω σε λασπερά γυαλιστερά λιβάδια φύτρωναν λευκά και κίτρινα λουλούδια...
Λιβάδια, λιβάδια, λιβάδια... κάπου ξεκινούσε ένας φράχτης που απομόνωνε τον βάλτο...
Ξαφνικά μια λίμνη γαλακτερή... Mare Imbrium, μάλλον mare helbeticum
Όλοι κατέβηκαν, έκαναν το μπάνιο τους, δείπνησαν στην ταράτσα... αργά το απόγευμα η επιστροφή, όλοι έβγαλαν τις κουβέρτες τους και σκεπάστηκαν...

Ο νέος άντρας καθόταν απέναντι...
Εκείνη δεν φορούσε πια το θριαμβευτικό της χαμόγελο. Ήταν κουρασμένη...
Τα φανάρια της άμαξας φώτιζαν καφετί κορμούς ίσιους σαν κεριά και κιτρινοπράσινα ξεθωριασμένα χαλιά...
Σαν όπως όταν ξυπνάς τη φύση από τον ύπνο με δυνατό φως...
Εκείνη δεν φορούσε πια το θριαμβευτικό της χαμόγελο...
Η άμαξα προχωρούσε αργά και προσεκτικά μέσα στο σκοτεινό και κρύο δάσος...
Ο άντρας σκεφτόταν εκείνες τις ώρες όπου η γυναίκα έπαιζε μαζί του, σαν με την κούκλα της.. και χτυπούσε τα χέρια της και γελούσε με τις αταξίες της...
Ηταν σαν μια λαχτάρα μέσα του, για εκείνη την χρυσή εποχή...ήταν τα νιάτα, η ελαφριά κυκλοθυμική ευτυχία...

Όμως η άμαξα προχωρούσε αργά μέσα στο κρύο δάσος,  εκείνη δεν φορούσε πια το θριαμβευτικό χαμόγελο...ήταν κουρασμένη...


«Τραγούδα Χάιντν...», του είπε απαλά.


Εκείνος σιωπούσε...


Όμως εκείνη ένιωθε πως το τραγουδούσε μέσα του, με δυνατή γλυκιά φωνή, σαν να ήταν η πρώτη συνάντησή τους στο τραγούδι του...  και το  adagio και όλα τα άλλα... και ο θάνατος σε ξένη γη, όπου την είχε θάψει...



Η άμαξα προχωρούσε αργά μέσα στο σκοτεινό και κρύο δάσος...




Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image