Νωρίς... πολύ νωρίς την Άνοιξη



12 Φεβρουαρίου.
Μετά από δύο μήνες αδιαθεσίας, προσπαθώ να βγω έξω. Έξω από την πόλη.

Τα πάντα κολυμπούσαν στη λάσπη και την υγρασία.
Οι πίστες για τα έλκηθρα δεν ήταν πλέον διαθέσιμες, γκρίζα λάσπη και λίγος πάγος ήταν στη θέση τους.
Όλα ήταν βρώμικα, απεριποίητα, προετοιμάζονταν για τις ηλιόλουστες μέρες της άνοιξης, που στεγνώνουν, σκουπίζουν και αναβιώνουν, αλλά πρώτα απ' όλα βάζουν τέλος στην οικονομία του χειμώνα. Διότι γιατί να αναβάλεις κάτι που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τελειώσει;
Γύρω από τον κάθε θάμνο υπήρχαν βαθιές τρύπες χιονιού, οι στέγες έσταζαν αστράπτουσα υγρασία, επίσης και τα σιδερένια κιγκλιδώματα των δρόμων.
Ελλέβοροι άνθιζαν παντού, κάποιοι τους έβαζαν στο βάζο, αλλά εκεί δεν άνθιζαν... για κάποιον μυστικό λόγο.
Πλέον δεν λυπόσουν τα πουλιά, κοράκια και κοκκινολαίμηδες, αν και ούτε τώρα δεν έβρισκαν αρκετή τροφή, όπως και τότε, στον άκαμπτο χειμώνα. Όσα μπόρεσαν να τον επιβιώσουν, θα επιβιώσουν και αυτό.
«Άθλιος καιρός», λένε όλοι, αν και είναι τόσο συγκινητικά όμορφος μέσα στην αθλιότητά του.
Οι άνθρωποι αποσύρρονται, απομακρύνονται, όπως από έναν άνθρωπο που δεν δίνει πια τον «καλύτερο εαυτό» του.
Δεν είναι ψάρια ούτε όρνιθες, λένε, απλά.
Όχι. Όμως είναι ένας συγκινητικός λασπόκαιρος.
Εγώ δεν νιώθω πως είναι λιγότερο ελκυστικός από τον άκαμπτο χειμώνα και την λαμπρή, ηχηρή άνοιξη.
Το χιόνι που λιώνει με συναρπάζει. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τόσο αγέρωχο, τόσο αμείλικτο, τόσο σκληρό. Οι αθλητές το αγαπούσαν. Τώρα επαναστατούν εναντίον του. Δεν μπορούν πια να δοκιμάσουν τις περίσσειες ενέργειές τους πάνω του... και εκείνο, πια αδύναμο, ψάχνει, σαν αμήχανο, να κυλήσει στα ρυάκια, να εξαφανιστεί.
Και είχε τόσο πολύ αγαπηθεί, τόσο παραχαϊδευτεί, όταν ήταν ακόμα χρήσιμο. Τώρα μπορείς σχεδόν να τραγουδάς:
Χιόνι είσαι γκρίζο κι άσχημο,
τι έπαθες καλό μου;
Πλέον είσαι βρώμικο και είσαι άχρηστο
ελπίζω να μην κρυώσεις τα παιδιά μου
Χιόνι, πια δεν σ' αγαπώ
χάσου από τα μάτια μου, δεν σε θέλω άλλο.

Σύντομα θα ανθίσουν πρίμουλες και θα ανθίσουν βιολέτες γύρω από τα κιγκλιδώματα. Και εγώ θα τις μαζεύω, αλλά δεν θα σου τις δίνω... δηλαδή μπροστά στους ανθρώπους.
Όμως μπροστά στο Θεό.



Άνα Ζουμάνη



εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image