Μια καλοκαιρινή γνωριμία με φωτοστέφανο



Εκείνος δεν μπορούσε να έρθει σ' εκείνην, εκείνη δεν μπορούσε να πάει σ' αυτόν. Όλα συμβαίνουν σ' αυτήν τη ζωή.
Αν και εκείνη ίσως να μην το ήθελε. Και όμως ανταποκρινόταν με τα μάτια της στα δικά του ενθουσιασμένα μάτια: «Το ξέρω πως είμαι το ιδανικό σου, άντρα!».
Το φόρεμά της δεν ξεχώριζε ιδιαίτερα από πολλά άλλα φορέματα, εκεί στην εξοχή.
Οι πιο πλούσιες φορούσαν βαριά χρυσαφικά για να τις ξεχωρίζουμε, αλλά ξεχώριζαν έτσι κι αλλιώς. Αμήν!
Μόνο εκείνη για την οποία γράφω, μάλλον τραγουδώ, ήταν πάντα μόνο με τους γονείς της. Από το πρωί ως το βράδυ, όλες εκείνες τις εβδομάδες.
Αν βαριόταν; Κανείς δεν το γνώριζε και εκείνου του έλειπε το φυσικό θράσος για να την πλησιάσει.
Αν και ήταν γνωστό τι έπαιζε: Εκείνη ήξερε τι ένιωθε εκείνος για το ευγενές κοριτσίστικο μεγαλείο της.
Διατηρούσαν το «Nimbus», λοιπόν, το μυστήριο.
Ούτε μια κενή λέξη της πρώτης γνωριμίας, ούτε κάποιο «Αχ πόσο θά 'θελα να περπατήσω μαζί σου στην παραλία το ηλιοβασίλεμα» ενοχλούσε την λαχτάρα του, την από εκείνην αναγνωρισμένη αιώνια λαχτάρα του...
Ήρθε το φθινόπωρο. Εκείνη τον κοίταζε απογοητευμένη: «Γιατί δεν είχες το θάρρος να μου μιλήσεις, αφού τόσο με θέλεις; Τι να το κάνω με τους γονείς μου το ωραίο τοπίο;»
Ήρθε το φθινόπωρο: Στο πάρκο στροβιλίζονταν τα κίτρινα φύλλα πέρα-δώθε. Και μύριζε φρεσκάδα και υγρασία.
Στον μικρό σταθμό συναντήθηκαν πάλι, με τις αποσκευές, έντονα απασχολημένοι με τις τσάντες.
Πίσω στην πόλη!
Όταν έφτασε το τρένο και εκείνη είχε ήδη το πόδι της στο πρώτο σκαλοπάτι, τον έψαξε με τα μάτια για να τον ρωτήσει για τελευταία φορά... γιατί δεν μου μίλησες;
Αλλά εκείνος είχε ήδη εξαφανιστεί στο βαγόνι του.
Γύρω της στοβιλίζονταν τα κίτρινα φύλλα πέρα δώθε, όμως δεν μπορούσε να τα απολαύσει πια.


Άνα Ζουμάνη



εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image