Η μάσκα της 13χρονης



Μήπως δεν το ξέρω, δεν το νιώθω πως με αγαπάει ο καθηγητής μου των μαθηματικών;
Πρέπει να υποκρίνομαι πως είναι απλώς ένας δάσκαλος. Αλλά ίσως αυτός να είναι ο τρόπος για να μάθω πιο γρήγορα το αναγκαίο «ψέμα της ζωής».

Η φιλενάδα μου η Σαρλότ.... θα μπορούσα να της βγάλω τα μαλλιά τρίχα τρίχα, να της κόψω τα πόδια και να την σκοτώσω. Χορεύει καλύτερα από εμένα. Γιατί της έδωσε η μοίρα πιο υπάκουα πόδια από τα δικά μου;
Περίμενε πουτάνα και θα δεις. Σε κάτι που δεν γνωρίζω ακριβώς θα είμαι σίγουρα πιο επιδέξια από εσένα. Γιατί εσένα θα σου ανοίγουν εύκολα οι πόρτες όλων των αντρών... με τον χορό σου, εγώ όμως, εγώ η λιγότερο προικισμένη, πρέπει να κάνω κάτι παραπάνω.

Αγαπώ την καθηγήτρια μου των Γαλλικών. Είναι τόσο ήπια-μελαγχολική, σίγουρα έχει υποστεί πολλά. Και τότε μου λέει η μαμά μου: «Παιδί, δεν υπάρχω εγώ για σένα; Μόνο η κυρία Σ.;». Και με έπιασε η απόγνωση. Ως εκείνη την στιγμή τις αγαπούσα και τις δύο με τον ίδιο τρόπο...»

Σήμερα στο πατινάζ γλύστρησα και έπεσα. Ένας εθελοντής ήρθε και με βοήθησε να σηκωθώ. Ένιωσα τόση ντροπή. Όμως ένιωσα στ΄αλήθεια τόση ντροπή; Ένιωθα ντροπή και ταυτόχρονα δεν ένιωθα καθόλου ντροπή...

«Κάνε αυτό που κάνουν οι άλλοι, μην κάνεις αυτό που δεν κάνουν οι άλλοι...», όμως, περιέργως, στην ιστορία μάς μαθαίνουν γυναίκες που ήταν διαφορετικές από τις άλλες.... Ιωάννα της Λωραίνης, Μπουμπουλίνα. Τότε γιατί η ιστορία;

Βλέπω το καλοκαιρινό σύννεφο να σκοτεινιάζει... να σκοτεινιάζει. Τα πάντα αγωνίζονται να ξεφορτωθούν την περίσσεια ενέργειά τους στην σοφή την φύση... και τότε λέει η μαμά: «Παιδί έκανες τις ασκήσεις; Τα χέρια σου θέλουν δούλεμα... ο κύκνος. Ξέρεις, το καθήκον....»

Αγαπώ τους γονείς μου ανείπωτα. Όμως αν φύγει το κοτσυφάκι μου, ο Πίπης, που το γλύτωσα από την γάτα και κάθεται πάντα στον ώμο μου όταν τρώω, θα τους πληγώσω πολύ γιατί θα πεθάνω από τον πόνο.

Μισώ τον δάσκαλο των Γερμανικών, αναδύει μια δυσάρεστη μυρωδιά. Τι με νοιάζει το πνεύμα του; Μια φορά ετοίμασα το μολύβι μου για να του το πυροβολήσω στο μάτι... Ήταν η στιγμή που μιλούσε βαθιά και όμορφα για τον Σίλερ. 

Όταν έμαθα πως θα έρθει ο ποιητής στο σπίτι μας για φαγητό -ποιητή τον λέει η μαμά μου, παλιάτσο τον λέει ο μπαμπάς μου- δεν βούτηξα το κεφάλι μου στην ζεστή μπανιέρα, όπως το συνηθίζω, για να μη χαλάσουν τα μαλλιά μου που μου πήρε μια ώρα να τα φτιάξω το πρωί. 
Και ο παλιάτσος μου είπε: «Φαίνεται πως μόλις βγήκες από την μπανιέρα, αλλά τα μαλλιά σου δεν βράχηκαν, περίεργο». 
Και του είπα: «Η μαμά μου το διέταξε, επειδή θα ερχόσασταν...»
«Λες ψέματα γιατί κοκκίνησες» μου είπε. Και τότε κοκκίνησα στ' αλήθεια.
Θα πρέπει να προσέχω τους παλιάτσους συνεπώς. 
 


Άνα Ζουμάνη




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image