Εθνικό Πάρκο «Μπάνφ»: Χάνουμε την καρδιά μας σε τόσα πολλά, ας την βρούμε μια φορά σε κάτι.


Χάνουμε τις καρδιές μας σε τόσα πολλά, ας την βρούμε μια φορά σε κάτι



Το φθινόπωρο του 1883, τρεις εργάτες τους Καναδικού Ειρηνικού Σιδηρόδρομου «Canadian Pacific Railway», σκόνταψαν σε μια σπηλιά -στις ανατολικές πλαγιές των Rocky Mountains, στην Αλμπέρτα- που περιείχε ιαματικές πηγές.

Από εκείνο το ταπεινό γεγονός γεννήθηκε ο Εθνικός Κήπος Μπάνφ (Banff National Park), ο πρώτος εθνικός κήπος του Καναδά, τρίτος στον κόσμο. 





6.641 τετραγωνικά χιλιόμετρα με κοιλάδες, βουνά, παγετώνες, δάση, λιβάδια και ποτάμια, σου σκλαβώνουν τα μάτια, σου κλέβουν την καρδιά.




Αγαπώ τις ξύλινες προβλήτες στις λίμνες, τις γκριζόμαυρες παλιές και τις χρωματιστές καινούριες.
Τα ξύλα μυρίζουν πολύ ωραία από την ηλιοθεραπεία και τα εγκαύματα πολλών χρόνων.
Στο νερό, γύρω από τους χοντρούς πάσσαλους, κολυμπούν πολλά, μικρά, ασημένια ψάρια, που εκσφενδονίζονται σαν βέλη πέρα δώθε, ξαφνικά συγκεντρώνονται σε ένα σημείο, ξαφνικά διαλύονται και εξαφανίζονται.
Το νερό κάτω από την προβλήτα μυρίζει υπέροχα, σαν το δέρμα φρέσκου ψαριού.





Σιγά σιγά αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ότι, το «πράσινο» των σύγχρονων ρομαντικών ανθίζει και στα «αληθινά» δάση.  Και μάλιστα πιο πράσινο, πιο διαχρονικό, πιο μυστηριώδες από το πράσινο  στον γελοίο «δικό μου κόσμο γεμάτο χρώματα και ελευθερία».
Να εντοπίζεις το «ιδανικό» στο «πραγματικό», αυτό θα πει ρομαντισμός.





Το νερό, στέκεται ήσυχο σαν ποντικάκι σε μικροσκοπικούς ορμίσκους, αφρίζει άγρια λευκό, η κυλάει αναπαυτικά γκριζοπράσινο πάνω από τα χαλίκια. Πίσω από κάθε πέτρα μια πέστροφα. Ούτε μία πέτρα χωρίς πέστροφα, εκτός αν κάποιος την έχει ήδη ψαρέψει.
Πίσω από κάθε πέτρα, παραμονεύει η ύπουλη εντομοφόνισσα και κάπου στο τοπίο παραμονεύει ο άνθρωπος.





Ανυπόκριτη και αληθινή σχέση μεταξύ δύο ψυχών.
Τι μπορεί να θέλει ο ένας από τον άλλο;
Τίποτα!
Όπως αγαπάει ο καπετάνιος τη θάλασσα, έτσι απλά.
Για τίποτα.






Πάμε εξοχή
Ξυπνάς στις 6 το πρωί, δεν κοιμάσαι βαθιά από χαρά, ένα από τα ζενίθ της ζωής.
Τρώς το πρωϊνό σου, λίγο παραπάνω, παρ' όλο που δεν πεινάς από αναστάτωση.
Άλλοι λένε πως η χαρά σε χορταίνει, άλλοι πως σε ξελιγώνει, Θεέ, οι φύσεις των ανθρώπων είναι τόσο διαφορετικές.
Γράφεις μια κάρτα για την φίλη σου, που ζει δύο τετράγωνα παραπέρα και θα την στείλεις όταν φτάσεις στον προορισμό σου: «Χάι, πολλά φιλιά από τον σταθμό Ν... πάντα δική σου...».


 

Αγαπώ το χιόνι πάνω στους φράχτες των κήπων, στα σιδερένια κιγκλιδώματα των δρόμων, στις καμινάδες, παντού εκεί που είναι άχρηστο για τους ανθρώπους και αδιάφορο. Το αγαπώ όταν τα δέντρα το τινάζουν απο πάνω τους, όταν ο αέρας το καρφώνει στο πρόσωπό μου, όταν λιώνει στα ποτάμια, όταν γίνεται σαν ζάχαρη.





Εδώ κανείς δεν κακοποιεί παιδιά, κανένας δεν θέλει να γίνει σύμβουλος, εδώ κανείς δεν επιθυμεί να πιάσει μια θέση στο δημόσιο.
Εδώ πέφτει η βροχή, φυσάει ο άνεμος, πέφτει το χιόνι, σφυρίζει η καταιγίδα. Αυτά







-Βλέπεις τις πέστροφες;
-Όχι, τις διαισθάνομαι. Εκεί που υπάρχουν χιλιάδες, δεν είναι πιο όμορφες






Ακούω το κάθε σου γουγρουρητό, τον κάθε σου βρυχηθμό, το κάθε σου πλατσούρισμα, τον κάθε σου θόρυβο, ιδιαίτερα όμως την σκουροπράσινη σιωπή σου στους πέτρινους κόλπους.







Tο πρωί να περιμένεις τον ήλιο, το βράδυ τη νύχτα.
Άλλο τίποτα.
Αυτό



Άνα Ζουμανάκη





εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image