βρέχει... βρέχει... η κούνια... η κούνια




Βρέχει
Βρέχει
8 Ιουνίου, απόγευμα, ώρα 6. 
Γκρίζα πυκνά πέπλα κατεβαίνουν από το βουνό
Σύννεφα περνούν μπροστά από το παράθυρό του
Όλα στάζουν βυθισμένα στην ομίχλη
Τα λουλούδια έχασαν το χρώμα τους
Tα κεραμύδια λάμπουν καθαρά και γυαλισμένα

Η κούνια
Η κούνια
Το πρωί κουνιόταν εκεί, στον ήλιο.. 
Στον ήλιο κουνιόταν η πιο φωτεινή γυναίκα του κόσμου
Την έβλεπε να αιωρείται και έκλαιγε
Δεν είχε κάτι άλλο από το κλάμα
Δεν ήξερε να συνθέτει μελωδίες σαν τον Σοπέν...
Ήξερε μόνο μία μελωδία... το κλάμα... 
Νάνυ... Νάνυ...

Βρεχει 
Βρέχει
Γκρίζα πυκνά πέπλα κατεβαίνουν από το βουνό  
Σύννεφα περνούν μπροστά από το παράθυρό του
Μυρίζει υγρό δάσος φυσικά...
Η Νάνυ κάθεται στο δωμάτιό της, διαβάζει πράγματα
Διαβάζει για το σήμερα, το αύριο, για του χρόνου, για τη ζωή
Τα μαλλιά της χαιδεύουν το άσπρο χαρτί... Και σκέφτεται:
«Ένα ασήμαντο απόγευμα, κατάλληλο για διάβασμα...»


Άνα Ζουμάνη



εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image