«Τίποτα, μαμά–––»




Ήρθες από το κοντσέρτο γεμάτη από τα ποιήματα του Γιάκομπσεν, κάποιου Δανού που πέθανε και που έκανε μουσική με λέξεις.
Ήσουν πανέμορφη και μεγαλειώδης  –κόκκινο και ασημί ήταν το ένδυμά σου–  τα αγαπημένα σου μάτια κοίταζαν ακόμα σε μέρη μακρινά, εκεί από όπου μόλις είχαν έρθει.
Ένας νάνος, ένα σκουλήκι κολλημένο στη γη, ήμουν εκείνη τη στιγμή για σένα  –που μόλις είχες έρθει από μακρυά–  και η αγάπη μου ένας κοινός αναστεναγμός, μια παραφωνία μέσα στους νέους, μουσικούς σου κόσμους.
Πέθανα από την ζήλια για το κοντσέρτο και όλα τα γύρω γύρω από αυτό, ό,τι αποσπά την προσοχή σου από εμένα  –πέθανα.
Όμως εσύ κοίταζες   –κόκκινο και ασημί ήταν το ρομαντικό σου ένδυμα–  κάπου μακρυά, από όπου μόλις είχες έρθει, σαν από ταξίδι μακρινό–  Που ήσουν, γυναίκα;
Χαμήλωσα το βλέμμα  –που πρώτα κοίταζε με κακία–  και παραδόθηκα στην μοίρα μου–––
Κι εσύ είπες απλά: «Ήταν πολύ όμορφα, έμαθα πολλά, είδα σε κόσμους που ως τώρα ήταν μυστικοί––».
Και καθόμουν εκεί και δεν τόλμησα ούτε το χέρι να σου πιάσω, όπως πάντα–
Κι εσύ είπες: «Μα τι έχεις, μικρό;»
Κι εγώ είπα: «Τίποτα, μαμά–––».



Άνα Ζουμάνη



εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image