«Μια σιωπηλή βόλτα»-Αφιερωμένο στην μνήμη του Ουίλιαμ Μπλέικ, στεφανωμένος ως «Βασιλιάς Παράφρων», εντωμεταξύ «κατανοητός», αφού «μεγαλοφυΐα» και πολύ στη μόδα




Ένα κορίτσι πηδάει ξαφνικά πάνω στον ποιητή και φωνάζει: «Ω κύριε, θέλω... Ω κύριε, θέλω να πάμε μια βόλτα μαζί, μια σιωπηλή βόλτα μέσα στις θορυβώδεις σάλες, μέσα από την εορταστική χαρά, μέσα από τις θάλασσες αίθουσες, μέσα από τα κοπάδια ρέγγες που πηδάνε από εδώ και απο εκεί και γυαλίζουν σαν στον αντλαντικό ωκεανό... σιωπηλά, μια σιωπηλή βόλτα... παρακαλώ»

Ο ποιητής κοκκίνησε, αμήχανος σαν μαθητριούλα, καθώς έχανε την χάρη και την γοητεία του, ήθελε να παίξει έναν ιδιαίτερο, σοφό ρόλο στο θεατρικό, ενώ παράλληλα ήθελε να ενδώσει στη φύση, στις απαιτήσεις της στιγμής.

«Μία βόλτα μόνο παρακαλώ... κύριε... μια σιωπηλή βόλτα, όπως οι νυχτοφύλακες στις 1.οο...»

«Ελάτε, δεσποινίς...»
  Περπατούσαν σιωπηλά μέσα στις περιχαρείς και γιορτινές αίθουσες... έναν μόνο γύρο.

Πέρασαν από την Αμερικάνικη σάλα, από την Αγγλική, την Γαλλική, περνούσαν από τραπεζαρίες, από στενούς διαδρόμους, από ψυχρούς προθαλάμους, από ζεστά μπαράκια, από τις χαμένες αποθήκες... εκείνα τα σιωπηλά νεκροταφεία πεθαμένων γιορτών...

«Δεν σας αρέσει κύριε;»

«σσσσσσσσς...»

Έφτασαν στο σημείο που ξεκίνησαν, εκείνος υποκλίθηκε. Έφυγε.

Δεν είχε ιδέα αν έπαιξε τον σοφό ρόλο, ή αν είχε ενδώσει στο κάλεσμα της φύσης, στις απαιτήσεις της στιγμής.

Εκείνη με την καρδιά γεμάτη σταχτοπούτες και τοσοδούλες και «τα παθήματα της Μαρί», ένιωσε: «Πήγα μια σιωπηλή βόλτα με τον Θεό μου. Άγια Νύχτα 19-20 Ιανουαρίου... τώρα είναι όλα καλά... όχι, τώρα όλα τέλειωσαν...»



Η κυρία Μ. ρώτησε τον ποιητή: «Τι ήθελε εκείνο το παιδί από σένα;»

«Με παρακάλεσε να πάμε μια σιωπηλή βόλτα στις αίθουσες»

«Ε;... Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Εγώ η ίδια έπαθα θλιβερά ναυάγια με τέτοια πράγματα. Είναι τρομερό. Σαν φαντάσματα της νιότης μου... βρικόλακες της ψυχής. Σιωπηλή βόλτα; Πού βρισκόμαστε παρακαλώ; Η μιρκή παίζει με την ζωή όπως όταν το κατσικάκι μυρίζει την ανακόντα. Σιωπηλές βόλτες; Ναρκωτικό της ψυχής. Ησυχία παρακαλώ. Που βρισκόμαστε, στον κήπο των χρυσών πορτοκαλιών; Θα έπρεπε να της το είχατε αρνηθεί».

«Γιατί; Έτσι που περπατούσα δίπλα στην «μικρή», αυτό περιείχε μια βαθύτερη απογοήτευση, ένα πιο θεραπευτικό μάθημα, μια πιο ανελέητη εξάσκηση στη ζωή από ότι μια ρομαντική «απόρριψη», αποτυχία. Αυτό σημαίνει: δίνω στην καρδιά την δυνατότητα να βιώσει τα πράγματα  εσωτερικά-ιδανικά... όμως η δωρεά; Αυτό είναι αποτυχία...»

«Ήταν στ' αλήθεια αυτός ο λόγος που το έκανε, μεσιέ;»

«Ναι, ήταν... και έπειτα η έλξη προς εμάς. Συμπάθεια; Φιλία; Αληθινά συναισθήματα; Υπάρχουμε; Μπορούν να μας αγγίξουν; Που είναι οι ψυχές μας; Οι επιθυμίες μας; Εσείς είστε εσείς. Μάλιστα! Αιωνίως υποτονικοί, ανεπαρκείς ηθοποιοί του ενός και μοναδικού, άθλιου ζωής-ρόλο. Κολλημένοι στον εαυτό σας υπάρχετε, εσάς μπορούν να σας πιάσουν, μένετε πιστοί στον εαυτό σας, έχετε χαρακτήρα, μιζέρια έχετε. Εμείς όμως είμαστε ο Κόσμος και οι μεταμορφώσεις του, από τους αρχέγονους καιρούς, που ήταν...  σε καιρούς που θα 'ρθουν... Αλίμονο σε εμάς αν μπορούσαν να μας πιάσουν και να μας κρατήσουν. Αγαπητοί; Μισητοί; Είμασε οι μεταβολές του κόσμου, "κάνουμε ό,τι θέλουμε, ο κόσμος είναι γεμάτος αντιθέσεις". Αγάπα τα ηλιακά συστήματα, ή μισησέ τα, δεν έχει σημασία, κάνουν κύκλους, φέρνουν ζωή, ή φέρνουν θάνατο. Βουαλά! Εσείς όμως είστε "ο εαυτός σας". Εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν. Εσάς μπορούνε να σας πιάσουν, να σας κρατήσουν, να σας αγαπήσουν. Εμάς όχι.  Μισήστε μας, αφήστε μας μόνους μας, αφήστε μας στην ησυχία μας...παρακαλώ...!»

Ο ποιητής καθόταν εκεί, χλωμός και νευρικός. Σαν μάντης του εαυτού του. Η κυρία Μ. ακούμπησε το χέρι της στο δικό του χέρι, με συμπόνια.

Εκείνος το τράβηξε απότομα και είπε σκληρά: «Και γενικά. Τι θέλετε από μένα; Α! να κολακέψετε... να αποφύγετε τους «θνητούς». Τι θα κερδίσετε από μένα; Τι θέλετε να παζαρέψετε;  Ακούστε... είμαι οι μορφές που δημιουργώ. Τίποτε άλλο, τίποτα, τίποτα.... όπως ο Θεός είναι ο κόσμος που δημιούργησε και είναι μέσα σε αυτόν και κατά τα άλλα αόρατος. Έτσι εγώ είμαι οι δημιουργίες μου και τίποτε άλλο, τίποτα, τίποτα. Το καταλαβαίνετε αυτό;  Αλλά πως να το καταλάβετε; Εσείς που πάντα κάτι είστε.. η ζωή σας η ίδια... μπρρρρρ... όμως εγώ είμαι ένα πτώμα, ένα πτώμα. Τι μπορεί μα βλάψει ένα πτώμα, ποια είναι η σημαντικότητά του. Όμως εκεί, στον κόσμο που δημιουργώ, είναι η "ζωντανότητά" μου. Εκεί. Το καταλαβαίνετε αυτό; Εκεί είναι η ύπουλη δύναμή μου. Τρέμει για ψυχές όταν ζωντανεύουμε στους δικούς μας κόσμους. Όπως όταν ένας παραμορφωμένος νάνος έγινε ένας μάγος παντοδύναμος. Στον δικό σας κόσμο όμως, είμαστε νεκροί. Αδέσποτοι περπατητές. Στον δικό σας, εφήμερο κόσμο, προδίδουμε και απαρνιόμαστε τον εαυτό μας, όπως ο Ιούδας τον Χριστό. Σαν άλμπατροι περπατάμε στην ακτή... στον αέρα όμως;»



Η κυρία Μ. έσκυψε το κεφάλι, σκεφτόταν την μικρή που μύριζε την ζωή όπως το κατσικάκι την ανακόντα. Ασήμαντες, αδιάφορες, προσαρμοσμένες ήταν οι «ψυχικές επιπλοκές» του ποιητή, έτσι δεν είναι; «Μπερδεύται στα ίδια του τα δίχτυα», σκέφτηκε, «τι μένει για μας;».

Λυπημένη καθόταν εκεί.

Μετά είπε: «Ποιητής. Το καταλαβαίνετε αυτό; Ποιητής»

Όπως όταν κάποιος λέει στο βασίλειο των πιθήκων: «Ένας άνθρωπος». Από αυτήν την λέξη κρέμεται η γυναίκα, όπως ο ναυαγός που κρέμεται από το φως του φάρου στον ορίζοντα.

«Δείτε. Ποιες είμαστε; Υπάρχουμε; Σιχαινόμαστε τον εαυτό μας, το σώμα μας, την ψυχή μας, το πνεύμα μας. Δυσάρεστες ροζέ σακούλες είμαστε, γεμάτες με σκοτεινά μυστηριώδη πράγματα, τα βυζιά μας, κίτρινες λιπώδεις γαλακτοβιομηχανίες. Γι' αυτό ψάχνουμε μια δύναμη που θα μας μεταμορφώσει σε αφρογεννημένες αφροδίτες... όπως όταν κάποιος λέει στο τρυφερό φυτό: "Άθλιο συνονθύλευμα υγρών βλεννογόνων κυττάρων". Το φυτό αμέσως θα μαραθεί, θα ξεραθεί. Όμως έρχεται ο άλλος και κάνει μια σύνοψη, μια νέα σύνθεση: "Άνθος υπέροχο...!". Και το φυτό αρχίζει αμέσως να μοσχομυρίζει, αρχίζει να χαμογελά. Γι' αυτό επιθυμούμε κάποιον και την φαντασία του... για να είμαστε. Στην ψυχή του γεννιόμαστε γυναίκες. Γιατί για εμάς και για τους άλλους είμαστε άχρηστα εικονίδια, πρακτικές όπως η καρέκλα στην οποία κάθεσαι. Αν δεν μας αναγνωρίσει κάποιος, τι είμαστε; Σαν κύκνοι περπατάμε στην ακτή... στο νερό όμως; Αν μας πάρει μαζί του; Αυτοί που αργότερα θα μας σώσουν από την θάλασσα της ζωής, είναι σαν τους καρχαρίες που γλυτώνουν τους ναύτες από τον πνιγμό, σκίζοντάς τους κομμάτια...»

Η κυρία Μ. καθόταν εκεί, χλωμή και νευρική.

«Μπερδεύεται στα ίδια της τα δίχτυα...», σκεφτόταν ο ποιητής.


Αργότερα η κυρία Μ. είπε στην μικρή: «Λοιπόν Αναμπέλλα..... τι χλωμή που είσαι!»

Και το κορίτσι απάντησε: «Θεία... τώρα τα καταλαβαίνω όλα... και εσένα και εμένα και αυτόν. Μόνο αυτό που δημιουργούμε είμαστε, τίποτε άλλο. Δεν είμαστε αυτό που είμαστε στην κάθε άθλια στιγμή, στην κάθε θορυβώδη μέρα, στην κάθε σιωπηλή νύχτα, στον κάθε χρόνο, στην κάθε ζωή. Είμαστε όταν δεν είμαστε, όταν έχουμε φύγει από την ακτή μας, όταν πετάξαμε και δεν υπάρχουμε πια... τότε είμαστε... Και ξέρεις κάτι θεία;  Ό,τι είχε να μου πει και Εκείνος, μου το είπε τότε, εκείνο το βράδυ στις 12, όταν πέθανε και αναστήθηκε ως Ουίλιαμ. γιος του Τζέiμς Μπλέικ, σε ανώνυμο μεγαλείο»

Η κυρία Μ. παρατηρούσε την ανηψια της: «Γλυκιά. Γενναία. Αχ... πάντα πιστεύουμε πως η κάθε γενιά είναι το ίδιο  κουρασμένη, το ίδιο ανόητη, το ίδιο γλυκερή και ασθενική με την κάθε άλλη γενιά. Και όμως υπάρχει πρόοδος. Ναι, κορίτσι... ατιμώρητη μπορείς να κάνεις τους  κύκλους σου με τον ποιητή σου... τους σιωπηλούς σου κύκλους...»

Το κορίτσι πήρε το χέρι της θείας του και το έβαλε στο μάγουλό του.

Η θεία ένιωθε: «Κοίτα. Στείλε μια βαρκούλα στο νερό, θα χαλάσει... άστην στην ακτή, θα σαπίσει. Απάτη...»


«Θεία τι έχεις;»

«Τίποτα..»

 Και οι δύο καθόταν σιωπηλές...

Το κορίτσι σκεφτόταν: «Πρέπει να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις... χρειάζομαι ένα πρόγραμμα... από τις 8 ως τις 3 σχολείο... μετά φαγητό... μετά μια ώρα ξεκούραση... όμως όχι όνειρα... μετά ως τις 7 αρχαία ελληνικά... μετά βραδινό φαγητό... μετά λίγο Όσκαρ Ουάιλντ... μετά ύπνο... μετά ένας διάλογος με τον Ουίλιαμ... όχι... όχι διάλογος με τον Ουίλιαμ... α! θα μπορούσα να το μεταφράσω στα γαλλικά... θα ήταν μια καλή άσκηση... πρέπει να δουλέψω...»


_______________________________

«Αναμπέλλα....», είπε η θεία απαλά
«Αναμπέλλα....», είπε η θεία απαλότερα

«Αναμπέλλα....», είπε η θεία για τρίτη φορά και πήρε το κορίτσι που έκλαιγε στην αγκαλιά της.






Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image