Η Συβαρίτισσα Σανότ και το σύνταγμα «Γαλάζιο»




Οδός Τ., μια φαρδιά οδός που έπινε τις οκτωβριανές ηλιαχτίδες, οι οποίες έμπαιναν στους χρυσοκίτρινους χώρους των σπιτιών έτσι που άφηναν σταγόνες ήλιου στα τζάμια.
Στο αποπνικτικό τριώροφο κτίριο περπατούσαν κουρασμένοι άντρες με γαλάζιες μπλούζες. Στον δεύτερο όροφο ήταν όλες οι πόρτες ανοιχτές. Μύριζε  λάκα και καφέ υπηρετικού προσωπικού.

Μέσα στο άνω κάτω οι υπηρέτες κάθονται σε πολυθρόνες από μαλακό ξύλο και πίνουν τον φτηνό καφέ τους από χοντρές άσπρες φλυτζάνες, ακριβώς στις 17.οο.
Κι αν κάποτε γίνουν όλα πέτρες και στάχτη, από τα συντρίμμια ακόμα θα αναδύεται, ειρηνικά-μαιανδρικά, το σύννεφο του καφέ του υπηρετικού προσωπικού.

Οι υπηρέτες.
Με μίσος φεύγουν την άνοιξη από την πόλη και γεμάτοι με ηλίθια ελπίδα πηγαίνουν στην εξοχή, στα βουνά, στα δάση... Και έτσι, με μίσος φεύγουν από την εξοχή και επιστρέφουν στην φυλακή της πόλης, γεμάτοι με ηλίθια ελπίδα.

Το σπίτι κοιμάται τυλιγμένο σε γκρίζα πανιά και πράσινο πλαστικό, κοιμάται τον βαρύ ύπνο της ναφθαλίνης.
Ξαφνικά, τον Οκτώβριο, ανοίγουν οι λευκές περσίδες.
Η νοικοκυρά του σπιτιού βλέπει την κοιμωμένη με εχθρικό βλέμμα. «Να σε ξυπνήσουμε σε μια νέα, άνετη ζωή, τεμπέλα Συβαρίτισσα;!»
Εν πάση περιπτώσει τυλίγει το μπλε μεταξωτό μαντήλι γύρω από το κεφάλι της...

Η δεσποινίς Σανότ, κάθεται στο δωμάτιό της με τον δροσερό οκτωβριανό αέρα, την γαλάζια ταπετσαρία με τα χιλιάδες χρυσοκίτρινα λουλούδια και την σκονισμένη πήλινη σόμπα με τα χρυσά πόμολα. Στο πρόσωπό της Σανότ παίζουν ακόμα τα χρώματα του καλοκαιριού. Καθαρίζει ένα αχλάδι, το κόβει σε υγρές ζουμερές φέτες τις οποίες αραδιάζει σε ένα πολυτελές λευκό πιατάκι. Έπειτα βάζει την μια φέτα μετά την άλλη στο στόμα της, τις αφήνει να λιώσουν, να χαθούν και γιορτάζει το ευγενές σιωπηλό όργιο των γευστικών νεύρων.

Γύρω της μαίνεται η μάχη. 
Πόρτες βροντούν, τρίζουν, αντικείμενα πάνε περα-δώθε, πάνω-κάτω, το σύνταγμα «Γαλάζιο» πλησιάζει ετοιμοπόλεμο, έτοιμο να πάει στον θάνατο...
«Μην αγγίζετε τις πόρτες, είναι φρεσκοβαμμένες!», φωνάζει ο στρατηγός με το κίτρινο κράνος και είναι -όπως λέμε- «παντού και πουθενά»...

Σε απόλυτη ηρεμία, το νεαρό πλάσμα κάθεται στο δωμάτιό του με τον δροσερό οκτωβριανό αέρα, την γαλάζια ταπετσαρία με τα χιλιάδες χρυσοκίτρινα λουλούδια και την σκονισμένη πήλινη σόμπα με τα χρυσά πόμολα. 
Το αχλάδι στο πολυτελές λευκό πιατάκι εξαφανίστηκε, το κορίτσι σηκώνεται, πηγαίνει στο παράθυρο, στηρίζει τους αγκώνες στο περβάζι και το κεφάλι στα χέρια της. 

Λυκόφως.

Πιο πέρα, στους τεράστιους-τερατώδεις τοίχους του σπιτιού, λάμπουν φωτισμένα τα παράθυρα. 
Γριζοπράσινο το φως του σούρουπου, χρυσοκίτρινο το ηλεκτρικό, θαμπό τρεμοπαίζει το φως του αερίου, ροζέ και πράσινο το φως των τεράστιων αγγλικών πορτατίφ...
Από τα πάρκα και από τα λιβάδια μπαίνει μια αμυδρή μυρωδιά στους δρόμους...
Σαν εξοχής μελαγχολία, σαν τον αποχαιρετισμό του καλοκαιριού...
Ο νικητής Στρατηγός βγάζει το κίτρινο κράνος του, 

«Που είναι το κρεβάτι μου, το πάπλωμά μου, το μαξιλάρι μου...;», ρωτάει η Σανότ την υπηρέτρια.
«Σήμερα θα κοιμηθώ νωρίς, νυστάζω...»
Τα μάτια της είναι υγρά...

Σιγά σιγά σιωπαίνουν οι βροντές του πυροβολικού, το σύνταγμα «Γαλάζιο» αποσύρεται.
Το βράδυ ρίχνει ειρήνη πάνω στο πεδίο μάχης και η φωτιά των κεριών, των γλόμπων και των πορτατίφ λάμπει στην ήσυχη νύχτα...

Η  Συβαρίτισσα ονειρεύεται: «Αντίο καλοκαίρι...»



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image