Το αηδόνι και το νυχτολούλουδο





Ήταν κάποτε ένας μικρός βάλτος.

Στην άκρη ενός σκοτεινού δάσους.

Ο αέρας κάθε βράδυ αγκάλιαζε τα θολά νερά του και μίλαγε με τις ιτιές που έσκυβαν στοργικά και αγκάλιαζαν με μυστικότητα την ύπαρξή του από τα γυμνά μάτια που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έβλεπαν.
Κάθε που δρόσιζε και η νύχτα άπλωνε τα δίχτυα της, μέσα από τα σκοτάδια εμφανιζόταν με ρυθμό σαν τικ τακ από καλοκουρντισμένο ρολόι σε έναν περίεργο μυστικιστικό ρυθμό, σκιές που θα τρόμαζαν κάθε άνθρωπο που ήξερε την ώρα που ξημερώνει.
Τα σαλιγκάρια τρελαινόταν μέσα στον οργασμό της νύχτας και οι σαύρες ξετρυπούσαν από κάθε μικρή παγωμένη αγκαλιά των βράχων, περίεργα ξωτικά που έπαιζαν με τις μοίρες των ανθρώπων, και κάποιες νεράιδες που έκλαιγαν και γέμιζαν τον βάλτο με τα δάκρυα τους.
Μέσα στον βάλτο αυτόν γεννιόταν κάθε βράδυ οι μορφές των φόβων των ανθρώπων. Κάθε κλάμα και κάθε δάκρυ ήταν μια ψυχή που είχε χάσει τον δρόμο της, είχε φύγει μέσα στον φόβο απ' την ζωή και αγάπησε τις σκιές.

Σκληρή δουλειά να είσαι νεράιδα μέσα στον βάλτο.
Κάθε βράδυ οι νεράϊδες έμπαιναν στα όνειρα των ανθρώπων και έπαιρναν τους εφιάλτες τους μέσα στα μαγικά πνευμόνια τους και σπάραζαν. Για να λυτρωθούν επέστρεφαν στον βάλτο και τα μάτια τους πονούσαν.  Μετά έριχναν τα δάκρυα με την αγωνία των ανθρώπων μέσα στον βάλτο και εκείνος με κάθε δάκρυ, με κάθε κλάμα έλαμπε και έδειχνε την ιστορία της ψυχής που είχε φυλακίσει.
Μια κρυφή συμφωνία γεννιόταν κάθε νύχτα και με βαριά αγωνία όλα τα πλάσματα του βάλτου προσπαθούσαν να γιορτάσουν μέσα στο σκοτάδι, μέχρι που το φως της σελήνης θα απλωνόταν  πάνω στα μαύρα νερά και θα τα έκανε ασημένια
Όλα τότε στον βάλτο γινόταν  ήρεμα, νεκρά. Κάθε βράδυ.
Όταν το φως της σελήνης πότιζε με την ψυχρή του λάμψη τα δάκρυα των νεράιδων, εκείνες σώπαιναν και σαν από κάποιο σεβασμό έχαναν τα φτερά τους και έπεφταν γυμνές μέσα στα πηχτά νερά και όλα τα άλλα πλάσματα κρυβόταν στην σκοτεινιά, μακριά από το φως.

Τότε μαύρη, πιο σκληρή και απ' το σκοτάδι, εμφανιζόταν η μορφή του ονειρευτή.
Εμφανιζόταν πάνω στο φως της σελήνης και έσκυβε πάνω από τον βάλτο, έβαζε τα χέρια του μέσα στα γεμάτα αγωνία δάκρυα και έβλεπε τα όνειρα και τους εφιάλτες των ανθρώπων.  Ένας ακόμα σκοτεινός κριτής της ζωής, ένα ακόμα φάντασμα για τους θνητούς,  μέσα στις σκιές αποκαμωμένος καθόταν στο υγρό ασήμι και έπαιρνε τις φοβισμένες ψυχές μαζί του σε ένα φλασκί που γέμιζε και καθώς το φως της σελήνης αποσύρονταν από τον βάλτο, εξαφανιζόταν και ο ονειρευτής, κάθε νύχτα.
Τότε πάντα με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό άρχιζε ο πρώτος βάτραχος να κοάζει  και η νύχτα έδινε σιγά σιγά την θέση της στην ανύποπτη μέρα.

Μια φορά κι έναν καιρό,  εκεί, στην θέση που τώρα υπήρχε ο βάλτος, στην ίδια άκρη του σκοτεινού δάσους, ζούσε μια νεράιδα, που ήταν μια από της κόρες της σελήνης και του Πλούτωνα. Η ομορφιά της ανεξήγητη με τόση θεϊκή αρμονία που μόνο όποιος μπορούσε να χαρίσει την ψυχή του στον διάβολο, θα μπορούσε να την αντικρίσει για μια στιγμή. Θα έπρεπε να λάμπει στα όνειρα των ανθρώπων, αλλά κανείς ζωντανός δεν μπορεί να αντικρίσει στην ζωή ένα όνειρο.
Σαν φάντασμα για τους ζωντανούς, η νεράϊδα κρυβόταν μέσα στις σκιές του δάσους σε κάθε παλμό της νύχτας.
Εκεί στεκόταν, στην άκρη του δάσους και κάθε νύχτα έβγαζε μια τρίχα από τα μαλλιά της και ύφαινε με αυτή ένα κομμάτι από την ιστορία των ανθρώπων, μια μεταξωτή τρίχα για κάθε μια ψυχή που τόλμησε να πατήσει με τόση αναίδεια σε αυτόν τον κόσμο.
Η νεράιδα ήταν ελεύθερη να υπάρχει σε όλη την πλάση, όμως δεν έπρεπε να την αντικρίσουν μάτια θνητού γιατί αν το έκαναν η νεράιδα θα έλιωνε στο πρώτο πρωινό φως, εκτός αν...
Η μόνη ελπίδα της να συνεχίσει να ζει ήταν να κάνει τον θνητό να την ερωτευθεί και να τον δώσει μετά στον πατέρα της να τον πάρει για να χαθεί για πάντα στις σκιές και στην λήθη.
Οι θεοί έχουν πολλά να κάνουν και πάντα είναι πρωτότυπα, είτε για να δοκιμάσουν, είτε για να δοκιμαστούν. Η αιωνιότητα μπορεί να είναι πραγματικά μονότονη αν ακολουθείς πάντα τους κανόνες της.
Έτσι η σελήνη ένα βράδυ μπήκε στο λευκό φως της και κατέβηκε στην γη, μια μάγισσα από έναν κόσμο άλλο, που μπορούσε να κρατήσει τις επιθυμίες των ανθρώπων σαν φυλακτό και με πόση αλήθεια μαγεία μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρα τους, ή να τους καταστρέψει μέσα από αυτά.
Σαν γριά ζητιάνα εμφανίστηκε ένα βράδυ σε ένα σταυροδρόμι, στην άκρη ενός σκοτεινού δάσους την ώρα  που περνούσε ένας νεαρός ξιφοποιός.  Τόσο φρικιαστικά ατημέλητη  και αδέξια πάνω στην ζωή φαινόταν, που μόνο μια αγνή ψυχή θα μπορούσε να της δώσει σημασία.
Η ζητιάνα ζήτησε με κοινό τρόπο την αμοιβή για την ύπαρξη της στον κόσμο.
Τι περίεργη παρόρμηση, τι ακατανόητη τρέλα, ο νεαρός έβγαλε από την τσέπη του τα τελευταία χρήματα του και της τα έδωσε.
Τότε η τσιγγάνα ρίζωσε στην γη και έγινε ιτιά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νέου και με φωνή σαν θρόισμα φύλλων του είπε πως μπορούσε για την καλοσύνη του να του εκπληρώσει κάθε του επιθυμία.
Ο νεαρός στην αρχή πάγωσε μα γρήγορα συνήλθε.
Της είπε  -βρήκε το θάρρος να μιλήσει σε ένα τέτοιο απόκοσμο θαύμα- και είπε πως θέλει κάτι που θα τον έκανε να αισθάνεται ευτυχισμένος, να εμπνέει την ύπαρξη του να τον κάνει να ξεχάσει τον εαυτό του και να βρει κάτι ανώτερο από τον ίδιο να αγαπά.
Η ιτιά τότε του είπε να κόψει ένα κλαρί από την ίδια και το τρίτο βράδυ της τρίτης πανσέληνου του τρίτου χρόνου από εκείνη την στιγμή, όταν το φως του φεγγαριού θα βρεθεί στην τρίτη ώρα της καινούριας μέρας, με το κλαδί, ο νεαρός θα έπρεπε να διαγράψει έναν κύκλο σε εκείνο το σημείο που βρισκόταν τώρα και να περιμένει το φως της σελήνης να μπει μέσα στον κύκλο.
Δυνατός αέρας σηκώθηκε μετά και μέσα σε γέλια η ιτιά του είπε να φύγει και να ξαναέρθει τότε, στον χρόνο που του είχε ορίσει. Αν πραγματικά ήθελε πολύ αυτό που ευχόταν δεν θα φοβόταν να το κάνει ούτε θα ξεχνούσε.

Πόσα πράγματα μπορούν να αλλάξουν μέσα σε τρία χρόνια, πόσα όνειρα να σβήσουν και πόσες χαρές να ανάψουν ξαφνικά.
Αυτό έγινε και στον νεαρό όμως για αδιευκρίνιστους λόγους, ένα βράδυ πριν αποκοιμήθηκε βαριά και μέσα στις ομίχλες του ονείρου του άκουσε μια φωνή να του μιλά και να του λέει

"Όσο απομακρύνεσαι από τον θάνατο, τόσο λιγότερο φοβάσαι
Όσο ελέγχεις περισσότερο την ζωή, τόσο απομακρύνεσαι από τον θάνατο.
Όταν πιάσεις το δάκρυ της σελήνης, θα έχεις επιλέξει της ζωής το απόσταγμα.Ξύπνα!"

Με αυτά τα λόγια στον νου ξύπνησε ο νεαρός ξιφοποιός μέσα από ένα όνειρο γεμάτο σκιές, βρήκε το ραβδί από την ιτιά και θυμήθηκε αυτήν την περίεργη νύχτα, μια νύχτα που είχε πείσει τον εαυτό του ότι ήταν ένα όνειρο.
Κίνησε για το σημείο στην άκρη του σκοτεινού δάσους και βρήκε το γέρικο κουφάρι μιας νεκρής ιτιάς, στην θέση που κάποτε είδε εκείνη την ζητιάνα.
Η μοίρα τον ήθελε να σχεδιάζει έναν τέλειο κύκλο με το κλαδί την ώρα που το φως της σελήνης γέμιζε το σχήμα και τότε σαν από μεγαλείο και απρόσμενο ένστικτο, μπροστά του εμφανίστηκε γυμνή η κόρη της σελήνης, η μυστική ερωτική νεράιδα.
Εκείνος δεν μπορούσε να αρνηθεί την μοίρα του και την ερωτεύτηκε με το πρώτο κοίταγμα και εκείνη τρομαγμένη και, γνωρίζοντας την μοίρα της, έπρεπε να σιγουρευτεί ότι είχε κερδίσει την ψυχή του για να την θυσιάσει έπειτα όπως όριζαν οι κανόνες.
Πόσοι ανάγκη άραγε υπάρχει μέσα στην ψυχή, σε μια αγνή ψυχή να βρει τον έρωτα, έστω και σε ένα φάντασμα της νύχτας, ένα ιδανικό του εαυτού του, εκεί που ακόμα και ο θάνατος υποχωρεί στην χάρη εκείνης της στιγμής και την κάνει αθάνατη.
Ναι ο νεαρός ερωτεύθηκε το πιο όμορφο πλάσμα που θα μπορούσε ποτέ η πλάση να ονειρευτεί. Ήταν εκεί δικό του μέσα στον νου και την καρδιά του, απόλυτα.
Η νεράιδα τον λυπήθηκε γιατί ήξερε την μοίρα που θα τον συνόδευε, μια μοίρα που θα έπρεπε να υφάνει εκείνη την νύχτα με ένα κομμάτι από τον εαυτό της.
Έκοψε γρήγορα την μεταξωτή τρίχα που έπρεπε από τα μαλλιά της και αντί να την υφάνει εκείνο το βράδυ στο λευκό της υφαντό, την φύτεψε στην γη, βαθιά στο χώμα, λέγοντας στον νεαρό να φύγει αμέσως και να προσπαθήσει να ξεχάσει αυτό που είδε εκείνη την νύχτα.
Η τρίχα αμέσως έβγαλε ρίζες τότε και έγινε Ιτιά που σκέπασε τις μορφές των δύο ηρώων από τα μάτια θεών και ανθρώπων.

Τότε νεαρός της είπε ότι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει για να την ξεχάσει είναι να πεθάνει, γιατί πώς θα συνέχιζε να ζει μέσα στον κόσμο της ατέλειας όταν είχε γνωρίσει την ίδια την ζωή και τον λόγο που έκανε την καρδιά του να χτυπά;
Η νεράιδα δεν είχε ακούσει άλλη φορά την αγάπη ενός θνητού, δεν είχε δει τα μάτια ενός απελπισμένου -που είχε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να πεθάνει κάποια μέρα, μοιραία-  να δακρύζουν από έρωτα.
Η ίδια είχε γίνει μέρος του υφαντού της και κατάλαβε ότι οι μοίρες των ανθρώπων που ύφαινε, πλέον ήταν ένα δικό της κομμάτι. Γι΄αυτό του ζήτησε να κρυφτεί αμέσως και για πολύν καιρό, κάθε βράδυ, την ώρα που ο νεαρός την συναντούσε, αυτή έκοβε μια τρίχα από τα μαλλιά της και την έθαβε στην γη, σαν μαζί με αυτήν να ήθελε να θάψει και τις μοίρες των ανθρώπων, την λήθη, τον ίδιο τον θάνατο. Και κάθε φορά μια καινούρια Ιτιά ψήλωνε και έκρυβε ακόμα πιο καλά τους δύο ερωτευμένους.
Ναι, γιατί και η νεράιδα είχε ποτιστεί από το φαρμάκι του έρωτα που κάνει ακόμα και τους θεούς θνητούς και τους θνητούς αθάνατους.

Ο χρόνος όμως στον κόσμο των θνητών είναι αμείλικτος και οι μοίρες άρχισαν να παραπονιούνται γιατί πλέον ήταν αμέτοχες στην ζωή, ο κόσμος όλος είχε παγώσει και σαν νεκρός και παγωμένος δεν γεννούσε τίποτα.
Μέσα στον έρωτά τους, η νεράιδα και ο νεαρός,  είχαν πάψει να βλέπουν ότι ο κόσμος, ήταν πλέον ακίνητος και ζούσαν σαν δυο ηφαίστεια μέσα σε έναν λευκό, παγωμένο και ακίνητο  κόσμο.
Μια ατελείωτη νύχτα είχε απλωθεί παντού και η νεκρή ιτιά φάνταζε πιο ζωντανή από όλη την πλάση.
Αυτή η γέρικη Ιτιά, το κουφάρι που θύμιζε την αρχή της ιστορίας, έμελε να είναι και η πόρτα που θα έκανε τα πάντα να τελειώσουν.

Και μια παγωμένη νύχτα, ο κορμός της Ιτιάς άνοιξε στα δύο και από μέσα βγήκε ο πατέρας της νεράιδας, ο Πλούτωνας.
Το βασίλειο του είχε ερημώσει, καμιά νέα ψυχή δεν κρινόταν και κανείς πλέον δεν περνούσε το ποτάμι για να ξεχάσει την ζωή που έζησε.
Θυμωμένος έπιασε τους δύο εραστές αγκαλιασμένους και αφού τους εξιστόρησε όλη την κατάσταση, ζήτησε μια τελική λύση.
Και αποφασίστηκε πως, η νεράιδα έπρεπε να λιώσει και να εξαφανιστεί απ' την ζωή εφόσον η ίδια την είχε παγώσει. Δεν θα μπορούσε πλέον να υφάνει ξανά σωστά το υφαντό της, είχε χάσει το δικαίωμα να παίρνει και να δίνει ζωές.
Ο νεαρός γεμάτος οργή αλλά και απόγνωση παρακάλεσε τον Πλούτωνα να πάρει την δική του ζωή και έβγαλε ένα μαχαίρι που είχε σε μια θήκη για να το καρφώσει στην καρδιά του, γιατί ήξερε πως αν έχανε τον έρωτα του, δεν θα είχε πλέον λόγο να ζει.
Και μετά έμπηξε το μαχαίρι στην καρδιά του, μα καρδιά πλέον δεν είχε, η νεράιδα ήδη είχε λιώσει και είχε γίνει λίμνη και μαζί της πήρε και την καρδιά του και αυτός σαν στοιχειό έγινε ένα φάντασμα, μια σκιά μέσα στην ίδια την ύπαρξη του.
Δεν ξαναείδε ποτέ τον θάνατο, δεν γνώρισε πλέον άλλο κόσμο, από αυτόν της λίμνης.

Πολλά χρόνια πέρασαν και τα δικά του δάκρυα χανόταν στα νερά της λίμνης και κάθε δάκρυ ήταν ένα όνειρο που χανόταν μέσα στον χρόνο και έσβηνε μέσα στην κατάρα της αιώνιας μοναξιάς του.
Έγινε ένα όνειρο μέσα στο δικό του όνειρο, μια σταγόνα της μικρής αυτής και άφαντης από τους θνητούς λίμνης, που κάποτε ήταν όχι μια φευγαλέα σκέψη, αλλά ο ίδιος ο έρωτας που κατοικούσε στην μορφή της νεράιδας.
Από τότε έγινε ο ονειρευτής και καταράστηκε τους ανθρώπους μέσα στα όνειρα τους να έχουν πάντα εφιάλτες, να πονάνε και να μην ξέρουν γιατί, να αναζητούν την αγάπη αλλά αυτή να χάνεται σαν οφθαλμαπάτη όταν την βρίσκουν και να τρελαίνονται από απόγνωση.
Με τον καιρό, η λίμνη έγινε βάλτος ακίνητος, όπως παγωμένος έπρεπε να είναι και ο χρόνος για να σταθεί ο έρωτας του θνητού και της νεράιδας.  Αργότερα ήρθαν στην συντροφιά του και τα υπόλοιπα πλάσματα των σκιών και κάθε βράδυ έπαιζαν στο ίδιο θέατρο, το ίδιο έργο.
Ο ονειρευτής ποτέ δεν σήκωσε ξανά το κεφάλι του να δει πέρα από την λίμνη, μόνο τα ξεθωριασμένα όνειρα των ανθρώπων έβλεπε.

Ένα βράδυ όμως, το βράδυ της αρχής στην νέα ιστορία, σήκωσε το κεφάλι του και είδε την Σελήνη που με υπομονή κάθε βράδυ, φώτιζε τον χλωμό κόσμο του.
Σαν λαβωμένο θηρίο άρχισε να τραγουδά με παράπονο για τον θάνατο, τον έρωτα, την ίδια την ύπαρξη  και να την καταριέται για το παιχνίδι που έπαιξε μαζί του.
Ήταν τόσο δυνατό και όμορφο το τραγούδι του, που η Σελήνη σαν να σκίστηκε στα δύο, για μια έστω στιγμή, γιατί  να την έκανε να θυμηθεί την κόρη της, αυτή που είχε θυσιάσει στο θεϊκό της παιχνίδι και μέσα στην νύχτα ένα δάκρυ κύλησε και έπεσε πάνω στον ονειρευτή.
Η Σελήνη είχε νιώσει για μια στιγμή θνητή και ένιωσε σαν μάνα που έχασε το παιδί της και θυσίασε για χάρη του και ένα άλλο θνητό παιδί που είχε δώσει την καρδιά του για την κόρη της και δεν μπορούσε να πεθάνει.

Η οργή του ονειρευτή και το δάκρυ της σελήνης, μια περίεργη μίξη.
Ο ονειρευτής έγινε αηδόνι  και από τότε κάθε βράδυ μονάχο και κρυμμένο από τα βλέμματα τραγουδάει τον έρωτα και τον θάνατο, την ζωή και την αγάπη και καλεί την νεράιδα του να εμφανιστεί ξανά για να γίνει ευτυχισμένο.
Τόσο πολύ την αγαπάει, που αν το φυλακίσεις θα αυτοκτονήσει για να ξαναγεννηθεί ελεύθερο και να συνεχίσει το μαγικό τραγούδι του αναζητώντας την χαμένη του αγάπη.
Και η λίμνη, αυτή ξεθώριασε στις μνήμες όλων, απορροφήθηκε από την γη και στην θέση της έχει μείνει μόνο ένα λευκό νυχτολούλουδο και κάθε βράδυ το αηδόνι έρχεται και του τραγουδάει, να μην νομίσει ποτέ πως είναι μόνο του, περιμένοντας το πλήρωμα του χρόνου, το επόμενο δάκρυ από την Σελήνη.
Όταν ο κόσμος θα έχει σβήσει, όταν ο κύκλος της κατάρας θα έχει κλείσει και το αηδόνι και το νυχτολούλουδο θα ξεχαστούν, τότε θα πρέπει να ξαναπάρουν τις μορφές τους και επιτέλους ο νεαρός θνητός, αθάνατος ήρωας του έρωτα, θα ξανασφίξει στην αγκαλιά του, την αγαπημένη του νεράιδα.

Κάθε δάκρυ, και ένας κόσμος, μέσα στην σκιά των ονείρων.




Γιάννης Ζωγραφάκης


SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image