Η νύμφη



5 η ώρα το απόγευμα... φως, φως, φως και νερό.

Εκείνος περνούσε με την βάρκα του μπροστά από το κολυμβητήριο και εκεί, στο τελευταίο σκαλοπάτι που οδηγούσε στο νερό, στεκόταν η δεκαπεντάχρονη, χλωμή με άσπρο βρεγμένο μπλουζάκι που φάνταζε ροζ, στο χρώμα του δέρματος.
Την καλούσε σιωπηλά να κρεμαστεί στην βάρκα και την πήγαινε σε ένα πανέμορφο κόλπο με αρμυρίκια και καλάμια. Τα γυμνά της χέρια ήταν ανείπωτα όμορφα και το πρόσωπο της με τα στρογγυλά μάτια και την μυτερή μυτούλα ήταν αυτό μιας νύμφης.
Όταν την αντάμωνε στην πόλη ήταν μια απλή αστοπούλα και τότε έλεγε μηχανικά: «τι κάνεις Νάνερλε;!;». Όμως κάθε μέρα στις 5 το απόγευμα η νύμφη με το άσπρο μπλουζάκι και τα γυμνά χέρια κρεμότανε στην βάρκα του.
Δεν της είπε ποτέ μια λέξη, μόνο πότε πότε άγγιζε τρυφερά τα βρεγμένα κρύα χέρια της,
όμως όταν την συναντούσε στην πόλη ήταν μια απλή αστοπούλα και τότε έλεγε αμήχανα: «τι κάνεις Νάνερλε;!;»



Άνα Ζουμάνη



εφημεροπ
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image