Το καπέλο



O δεκεμβριάτικος αέρας διαμαρτύρεται μέσα από τους παγωμένους, κόκκινους της σκουριάς θάμνους, σηκώνει γκρίζα σκόνη πάνω από τα γκρίζα λιβάδια, πηγαίνει πάνω στα δάση για να κουνήσει κόκκινα, άκαμπτα φύλλα σε χειμωνιάτικο χορό.
Ένας άντρας κάθεται στο παγκάκι. Δίπλα του αναπαύεται το αγαπημένο του, γκρίζο «Φραντς Μπίτνερ» καπέλο. Του θυμίζει όλα όσα έχασε. Όλα. Το είχε αγοράσει στο Σάλσμπουργκ. Έψαχνε τρεις μέρες, είναι το ιδανικό του καπέλο.
Τώρα το κοιτάζει με βαθιά τρυφερότητα, σα να κρύβονται ακόμα στην τσόχα του τα φωτεινά και κοφτερά αγέρια και αρώματα των Άλπεων.
Ναι, για εκείνον φέρει όλους τους θησαυρούς που ήπιαν τα μάτια του εκεί πάνω στους φωτεινούς και κοφτερούς αέρηδες και στο μπαλκόνι από μπετόν, 6.30 το πρωί με την καλοκαιρινή ομίχλη του λιβαδιού και τον χειμωνιάτικο ομιχλώδη χείμαρρο της κοιλάδας, λευκό και λαμπερό, έναν παραμυθένιο χείμαρρο. 
Και τα βράδια, τα χρυσά σύννεφα πάνω από τα λιβάδια, πάνω από τις κοιλάδες, κάτω από τις κορυφες... και το κάθε σήμερα ήταν ομορφότερο από το κάθε χθες και η ψυχή του ήταν γεμάτη ενθουσιασμό. Δεν του διέφευγε τίποτα από του Θεού το μεγαλείο.
Τώρα σκέφτεται την Κιάρα και την Υακίντα Χάνανς, την Μαγκνταλένα Τίμον, την Εβίτα Νέοπολντ, την κυρία Ναχλούπ. Για όλες είχε την ματιά φανατικού ενθουσιασμού...
Τώρα όμως του έμεινε μόνο το μικρό, γκρίζο του καπέλο. Το «Φραντς Μπίτνερ» καπέλο του, που αναπαύεται δίπλα του μουγκό, ασήμαντο. 
Για εκείνον όμως αστράφει μέσα από το καπέλο ο ήλιος των Άλπεων και του λέει: «Αντίο. Αντίο για πάντα..»
Γιατί αυτή η μοιρα; Δεν το ξέρει...


28 Δεκεμβρίου 1903, παραμονή των γενεθλίων του


Άνα Ζουμάνη



εφημεροπτερα
SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image