«Τα τρια μυρμήγκια» του Χαλίλ Γκιμπράν



 Πινακας του Χαλίλ Γκιμπράν


Τρία μυρμήγκια ἀντάμωσαν πάνω στὴ μύτη ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ ἦταν ξαπλωμένος καὶ
κοιμόταν στὸν ἥλιο. Χαιρετήθηκαν, σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα τῆς φυλῆς τους, καὶ στάθηκαν ἐκεῖ
κι ἄρχισαν τὴν κουβέντα.
Τὸ πρῶτο μυρμήγκι εἶπε: «Αὐτοὶ οἱ λόφοι κι αὐτὲς οἱ πεδιάδες εἶναι οἱ πιὸ ἄγονες ποὺ ἔχω
γνωρίσει. Ψάχνω ὁλημερὶς γιὰ κανένα σποράκι, ἀλλὰ δὲ βρίσκω τίποτε». Τὸ δεύτερο
μυρμήγκι εἶπε: «Οὔτε ἐγὼ βρῆκα τίποτε, μολονότι ἔψαξα κάθε γωνιὰ καὶ ξέφωτο. Αὐτὴ εἶναι
θαρρῶ ἡ χώρα ἐκείνη ποὺ ὁ λαός μου τὴν ὀνομάζει μαλακιὰ καὶ κινούμενη γῆ, ὅπου τίποτα δὲ
φυτρώνει». Τὸ τρίτο μυρμήγκι σήκωσε τότε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Φίλοι μου, αὐτὴ τὴ στιγμὴ
στεκόμαστε πάνω στὴ μύτη τοῦ Ὑπέρτατου Μυρμηγκιοῦ, τοῦ ἰσχυροῦ καὶ ἄπειρου
Μυρμηγκιοῦ. Τὸ σῶμα του εἶναι τόσο μεγάλο ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ τὸ δοῦμε. Ἡ σκιά του
εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀνιχνεύσουμε. Ἡ φωνή του εἶναι τόσο δυνατή,
ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀκούσουμε. Καὶ εἶναι ὁ Πανταχοῦ παρών».
Ὅταν τὸ τρίτο μυρμήγκι εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ ἄνθρωπος γύρισε στὸν ὕπνο του, σήκωσε τὸ
χέρι του, κι ἔξυσε τὴ μύτη του. Τὰ τρία μυρμήγκια ἔγιναν λιῶμα.






Άνα-Νανίτα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image