Ένα Xειμωνιάτικο Τοπίο, ή Ο Δρόμος ενός Άντρα



Εκείνη μιλούσε ακατάπαυστα για τον Barend Cornelis Koekkoek με έναν απερίγραπτα παθιασμένο τρόπο και επειδή ακουγόταν σαν έρωτας εκείνος είχε μια δυσάρεστη αίσθηση όταν την άκουγε.
«Ο Κοκόκης σου...», έλεγε πολλές φορές, ακόμα κι αν η ατάκα δεν ταίριαζε καθόλου με την κατάσταση και ήταν άσχετη.
«Ναι, ο Κοκόκης μου», έλεγε εκείνη, πότε ήρεμη, πότε όχι τόσο ήρεμη.

Τελικά έγραψε μια κριτική για τον Κοκόκη της με τον τίτλο «Barend Cornelis Koekkoek, τα ωραιότερα δέντρα» που αποκορυφωνόταν με τα λόγια:
Πρέπει να κτίσουμε ένα ναό για τα δέντρα του Μπάρεντ και στην είσοδο να σμιλευτούν οι λέξεις: Με την ψυχή του πλησίασε σε απόσταση αναπνοής τα δέντρα.

Το δοκίμιο το διάβασε κι εκείνος φυσικά.
«Όμορφο...», είπε.
«Όμορφο», ήταν ένα βέλος με αόρατο, αλλά τρομερά αποτελεσματικό δηλητήριο και με στόχο την ενθουσιασμένη καρδιά της, πουφ.

Το δοκίμιο αποδοκιμάστηκε γενικώς και χλευάστηκε από τους αναγνώστες, εφόσον ο ενθουσιασμός μόνος του δεν αρκεί για την κριτική (αρκεί το ροχαλητό στο μπαλέτο ως κριτική; Όχι φυσικά).
Πρέπει να κοιτάς τον καλλιτέχνη με ειδήμονα οφθαλμό στα δάχτυλα και μάλιστα να του τα χτυπάς αν χρειαστεί, κλαπ κλαπ, αυτό θα πει κριτική.

«Δεν θέλουμε να στεκόμαστε ούτε πίσω από τον Κοκόκη, ούτε δίπλα του...», είπε μια μέρα ο κύριος πληγωμένος, με φαινομενική ψυχραιμία.
Εκείνη καθόταν δίπλα του και σκεφτόταν: «Εγώ όμως θέλω έναν που να μου λέει πως όταν βλέπει το «χειμωνιάτικο τοπίο» του Κοκόκη, δακρύζει -πράγμα το οποίο θα ήταν φυσικά ένα φρικτό ψέμα από τη μιά, από την άλλη όμως θα σήμαινε έλεος και σεβασμό για το νευρικό μου σύστημα. Κάτι είναι κι αυτό»...

Παρ' όλα αυτά αργότερα προσπάθησε να τον πάρει αγκαλιά.
«Πάρε τον Κοκόκη σου αγκαλιά...», της είπε.
Παύση...
Σιωπή...
«Ακόμα και οι εφημερίδες χλευάζουν την υπερβολή σου...»
και
«Τι κοιτάς, δεν έχεις να πεις κάτι;»

Εκείνη όμως σκεφτόταν το «χειμωνιάτικο τοπίο» και τα κατεψυγμένα τρυφερά μπαλάκια πάνω στα γκρίζα κλαδιά.
Και τότε ο κύριος κατάλαβε πως η κυρία τον είχε «γραμμένο»!
Ως εκ τούτου της αγόρασε μία κόπια του «χειμερινού τοπίου» και το κρέμασε πάνω από το κρεβάτι της.
Εκείνη φαινόταν σα να μην το πρόσεξε, δεν είπε ούτε ευχαριστώ.

Πέρασε καιρός και μια μέρα μπαίνοντας σιγανά στο δωμάτιο της, τον βρήκε σε μια πρώτη παρατήρηση, βυθισμένο στον πίνακα.
Μόλις την αντιλήφθηκε γύρισε αμήχανα το κεφάλι του αλλού και τότε εκείνη είπε: «Σε ευχαριστώ ολόψυχα για τον πίνακα»..


Άνα Ζουμάνη





























SHARE

Άνα Ζουμάνη

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image