Γυναίκα - cherchez la femme




«Λούτς, ποια είναι εκείνη η κοπέλα;», ρώτησε.
«Η Ρεμπέκα... να σου τη συστήσω;»
«Ευχαριστώ...»
Αργότερα την είδε σε ένα άλσος με ροδακινιές. Καθόταν στο παγκάκι σαν πριγκίπισσα.
Όταν εκείνη χόρευε «Μις Μπιούτυ», εκείνος ακουμπούσε πάλι στη λαμπερή, κόκκινη, μαρμάρινη κολώνα, όπως την πρώτη φορά που την είδε.
Σκεφτόταν: «Αυτό το στημένο κέφι...». Και όμως ήταν υπέροχη, σχεδόν τέλεια...
Σκεφτόταν: «Ρεμπέκα Τ. με την κουρασμένη σου χάρη, ritardando, σ' αυτό το πανηγύρι «Μις Μπιούτυ».. Ρεμπέκα Τ.»
Ξαφνικά εκείνη γλύστρησε και έπεσε...
Το γλυκό της πρόσωπο έγινε πονεμένη Παναγία και ήταν σα να έλεγε: «Ω, δεν ταιριάζω εδώ μέσα, το ξέρω... όμως που ταιριάζω παρακαλώ; Ίσως να έχω γεννηθεί για την διασκέδαση, απλώς κουράζομαι εύκολα...»
Σύντομα χαμογελούσε πάλι, πετούσε, έπεφτε στα γόνατα, χτυπούσε τα χέρια, χτυπούσε τα πόδια σε χαρούμενη διέγερση... το πρόσωπο της έλαμπε υγρό, όμως παρέμενε χλωμό...
Ο Τ. Α ακουμπούσε στην μαρμάρινη κολώνα: «Με εσένα στο σπίτι και να μιλώ για τις απογοητεύσεις της ζωής και για το φθινόπωρο, για τον χειμώνα και για τις ψυχές των παιδιών και τις ψυχές των ηρώων... Ομως στέκεσαι εκεί, στο πανηγύρι της «Μις Μπιούτυ»...»
Έγερνε ακίνητος στην λαμπερή, κόκκινη, μαρμάρινη κολώνα μέχρι που τέλειωσε ο χορός και έσβησαν τα ηλεκτρικά φώτα.
Δύο χρόνια έλεγε: «Η Ρεμπέκα Τ. είναι το ιδανικό μου...»
Και μια μέρα εκείνη το άκουσε.
«Γιατί δεν με πλησιάζει; Με φοβάται;»

Τον τέταρτο χρόνο, πάνω στην γκριζογάλανη λίμνη, κάτω από την καφτή τέντα του ποταμόπλοιου, την πλησίασε. Και μίλησαν.
«Δεν αγαπώ τη λίμνη, αγαπώ τις ρακέτες...», είπε εκείνη, « μπορώ να παίζω ώρες ολόκληρες, μέρες ολόκληρες...»
«Δεν αγαπώ τις ρακέτες», είπε εκείνος, «αγαπώ τη λίμνη... μπορώ να την κοιτάζω ώρες ολόκληρες, μέρες ολόκληρες...»
«Τότε ταιριάζουμε...», είπε εκείνη, «αλληλοσυμπληρωνόμαστε..»

Ένα βράδυ καθόταν δίπλα της στο δωμάτιό της.
Έξω έβρεχε και η λίμνη βροντούσε στην ακτή.
Της μίλησε για τις απογοητεύσεις της ζωής, για το φθινόπωρο και τον χειμώνα, για τις παιδικές ψυχές και για τις ψυχές των ηρώων... Της μίλησε για την τέχνη, για τα δάση και για την μουσική του Σοπέν.
«Αλληλοσυμπληρωνόμαστε...», σκεφτόταν εκείνη, «εγώ δεν σκέφτομαι τίποτα και εσύ σκέφτεσαι τα πάντα...».
Έξω έβρεχε και η λίμνη βροντούσε στην ακτή.
Εκείνη καθόταν στο μικρό τραπέζι της και στήριζε το κεφάλι της στα χέρια της.
Ποια ήταν; Τι ήταν; Τι;
Της άρεσε να παίζει ρακέτες και να χορεύει την «Μις Μπιούτυ». Υπήρχε μια λαχτάρα μέσα της για φυσική, μηχανική κίνηση η οποία οδηγεί το αίμα στην επιφάνεια και την βάφει ροδοκόκκινη και μετατρέπει τα νεύρα σε μια εσωτερική, ορμητική μέθη.
Πότε πότε ονειρευόταν: «Ω, ένα σκουροκόκκινο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ, η πλάτη ελεύθερη και μια φαρδιά ζώνη με ημιδιάφανα γυάλινα μαργαριτάρια. Ή ένα χάλκινο φόρεμα με μαύρη μεταξωτή ζώνη, ή ενα χιονόλευκο με κατακόκκινες δαντέλες...».
Αυτές ήταν οι «ονειροφαντασίες» της...
Άλλες φορές σκεφτόταν: «Είμαι όμορφη, ή ωραία; Όμορφη, ή ωραία; Οι άντρες λένε ψέματα. Θα μπορούσαν να το πουν έτσι που να πεθάνει η κάθε αμφιβολία. Θα έπρεπε να το λένε σιωπηλά, όμως το ψιθηρίζουν με εξεζητημένη, υπόγλυκη φωνή: «Κούκλα...»

Μια φορά πήγε με εκείνον εκεί τον άντρα βόλτα. Ήταν ένα ψυχρό βράδυ και ήταν ομίχλη.
«Θα κρυώσεις», του είπε και του έδεσε το μεταξωτό της μαντήλι στο λαιμό.
«Είσαι υπέροχη, τόσο περιποιητική...», είπε ο άντρας όταν ένιωσε το αγαπημένο χέρι να αγγίζει τον λαιμό του.
«Μα είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα...αν αρρωστήσεις και πεθάνεις, δεν θα με κορτάρεις πια...», είπε εκείνη, φυσικά με χαμόγελο στο ωραίο στόμα.
Όμως αμέσως συνέχισε: «Είδες; Έτσι είμαι... όχι, ήταν ένα ανόητο αστείο, ήταν άτιμο εκ μέρους μου... με συγχωρείς...»
Η ζωή περνούσε δίπλα της, έκανε την ψυχή της κομμάτια και τα πετούσε μακρυά το ένα από το άλλο, αντί να κρατάει ενωμένο ό,τι καλό και τρυφερό...για τί, δεν ήξερε...
Καθόταν εκεί και σκεφτόταν...
Εκείνος όμως την κοίταζε και η ψυχή του ποιούσε... «Ρεμπέκα...»
Όπως στο πνεύμα ενός παιδιού έκαιγε ένας κόσμος μέσα του γεμάτος έρωτα και ενθουσιασμό, ένας κόσμος που άναβε και έκαιγε στην δική του φωτιά...
Και τι ήταν εκείνη τελικά;
Η ίδια, η δική του ζωντανή φύση που έρρεε έξω στον κόσμο. Ένα δικό του κομμάτι που απελευθερωμένο από το βάρος της σκέψης έφευγε με καθάρια ενέργεια για το σύμπαν...
Εκείνη όμως καθόταν εκεί, ακουμπούσε τους αγκώνες στο τραπέζι και το μέτωπο στα χέρια και άκουγε έξω στον άδειο κόσμο...
Και έτσι όπως καθόταν και άκουγε έξω στον άδειο κόσμο, χωρίς να ψάχνει, χωρίς να βρίσκει... εκείνος την κατάλαβε.
Ήταν η ανάγκη της ζωής...
Και τότε κατάλαβε: «Δεν είστε αυτό που είστε. Όμως αυτό που τραγουδάμε, το τραγουδάτε μέσα μας. Είστε ο τραγουδιστής μέσα μας και το τραγούδι μας. Ο τραγουδιστής και το τραγούδι ταυτόχρονα... Ρεμπέκα, είσαι ξένη και είσαι μακρινή... και όμως είσαι το τραγούδι μου..δεν είστε αυτό που είστε...από τις λευκές μας φλόγες αναδύεστε, γεννιέστε στην ψυχή μας...»
Έτσι σκεφτόταν....
Και τότε εκείνη σήκωσε το κεφάλι επειδή είχε πέσει σιωπή και είδε... έναν άνθρωπο.
Σιγά σιγά αισθανόταν την θεϊκή δύναμη που έβγαινε από μέσα της με χιλιάδες λευκές αχτίδες και γεννούσε τον Θεό-Άντρα, έστω για μία στιγμή...
Και τότε ένιωσε: «Δεν είστε αυτό που είστε»

Πλέον καθόταν στητή και περήφανη, με το ωραίο της κεφάλι, με τα χέρια  απλωμένα στο τραπέζι,  τα κατάλευκα δάκτυλα τεντωμένα και χαμογελούσε.
Είχε γίνει Γυναίκα-Βασίλισσα.
Έξω έβρεχε και η λίμνη βροντούσε στην ακτή.


Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image