«Στο μοναχικό πάρκο» (Για το Βέρθερο και τη Λότε του Γκαίτε)



Όπως όταν μια κουρασμένη ψυχή πρέπει να τραγουδήσει με πάθος τον πόνο της πάνω σε παλιές σπασμένες χορδές - έτσι είναι όταν έρχεσαι, Λότε.
Η ρουτίνα εξατμίζεται σαν ένα κακό ξόρκι που μας κρατούσε εγκλωβισμένους σε μια ζωή που δεν αξίζει τη στιγμή που φέρνει.
Ένα πρωτόγονο μαγικό βασίλειο μελαγχολικής τρυφερότητας αναδύεται και το αδιάφορο πάρκο μεταμορφώνεται σε μια ζούγκλα γεμάτη μυστήριο, όταν ηχούν τα αγαπημένα σου βήματα στα παλιά μονοπάτια...
Η φωνή σου γίνεται πάλι μουσική και η ανάσα σου γίνεται αγέρι ανοιξιάτικων λιβαδιών με δάφνες.
Ό,τι σε κάνει δυστυχισμένη είναι η δυστυχία μου και ο αναστεναγμός σου συναντά μια ανυψωμένη αδερφή καρδιά.
Θέλω να σε κλέψω και να σε πάω στο μαγικό βασίλειο, όπου θα είσαι το παιδάκι μου, να σε κουβαλώ, να σε κουνώ, να σε προστατεύω σε τρυφερότατα χέρια. Μακρυά από το τέρας-άνθρωπο που σε σκοτώνει με την δειλία του.
Μήπως είσαι ένα γαιδουράγκαθο στην άκρη του δρόμου, μια τσουκνίδα για να 'σαι εκτεθημένη στο βαρύ πάτημα αναιδών ποδιών;
Δεν είσαι ένα τρυφερό άνθος του θεού που πρέπει να προστατεύεται από κάθε άγαρμπη πνοή;
Δεν είσαι εκείνη που δίνει πάλι ζωή στην πεθαμένη μας καρδιά;
Και δεν είσαι εκείνη που τα λεπτά της άκρα μετατρέπουν τα γουρλωμένα μας -ψαριού- μάτια, σε ευαίσθητα μάτια ποιητή;
Σε ποιον κόσμο έπεσα - μπλιαχ!- που τα πάντα θρυμματίζονται μέσα σε μια χυδαία τάξη;
Εσύ είσαι η Άλλη. Διαφορετική από όλους τους άλλους.
Θεϊκές δυνάμεις φέρνεις, χωρίς να το γνωρίζεις.
Ελεύθεροι από καθήκοντα πέφτουμε στα πόδια σου. Ένα μόνο καθήκον αναγνωρίζοντας. Να πέφτουμε στα πόδια σου.
Το προσαρμοσμένο μέτρο που όλους μας  καλεί, το περιφρονούμε και μας δηλητηριάζει.
Η αδιάφορη ειρήνη της ξέγνοιαστης ύπαρξης μαραίνει τις δυνάμεις μας.
Όμως εμείς πρέπει να καούμε, να λάμψουμε, να σβήσουμε. 
Και το εσωτερικό μας δάκρυ, όταν φεύγοντας μας δίνεις το χέρι, μας φέρνει πάλι πίσω στη ζωή, στον πόνο, την θλίψη, την απελπισία.

Και να ελπίζουμε σε μια στιγμή που εσύ, Ευλογημένη, θα ξανάρθεις.
Μόνο γι' αυτήν τη στιγμή ζούμε, με αγωνία.
Αυτοί που είναι μας σκοτώνουν.
Όμως αυτοί που έρχονται για να ξαναφύγουν, μας φέρνουν την ευτυχία του αβυσσαλαίου πόνου της ψυχής και πάλι.
Θέλουμε να γουργουρίσουμε, να κελαρίσουμε, να αφρίσουμε, να διαλυθούμε.
Η νωθρή τάξη της ζωής είναι ο ύπουλος εχθρός μας, κατάλληλη για μια επίγεια πληκτική ζωή, η οποία πίσω από τη μάσκα της σωτηρίας  μόνο μας παραλύει, μας καταστρέφει και μας οδηγεί στον πρόωρο θάνατο.

Λότε, έλα έτσι που εκατό ώρες πυρετωδώς να σε περιμένω μπορώ...
Να λιώνω στον πυρετό ισόβια...
Και φύγε έτσι που χίλιες ώρες να πενθώ μπορώ...
Το πνεύμα μου δεν ζει από το είναι...
Το πνεύμα μου ζει από την ελπίδα... και την απελπισία.

Ίσως ο κόσμος των καθηκόντων να είναι πιο υγιής και να γεννά κάτι πολύτιμο σε μικρό κύκλο...
Εμείς όμως προτιμούμε να αποτύχουμε παταγωδώς... μέσα στις εσωτερικές μας συμφωνίες.
Θέλουμε να αποφύγουμε τα βασανιστήρια μιας κενής ζωής που αδειάζει τη δύναμη από τα όργανά μας.

Και στη μάχη ο θάνατος μας χτυπά με σεβασμό και υπέροχα αποτόμως...
Αφού είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή αυτής της ζωής, που αξίζει λιγότερο από το τίποτα για εμάς.

Λότε, έλα πάλι στο πάρκο...
Όπου ονειρεύονται οι τρελοί...
Ίσως εδώ να βρεις περισσότερη ανθρωπιά από όση σε έναν κόσμο που πιστεύει πως, είναι ο αληθινός.



Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image