Αγαπημένο πλάσμα, λατρεμένη μου κόρη



(Μια μάνα στο κρεβάτι της κόρης της που κοιμάται εξαντλημένη από το πρώτο της πάρτι. Το πάρτι-φόρεμα είναι πεταμένο κάπου στο πάτωμα)

«Το πρώτο της πάρτυ. Και εγώ είχα κάποτε ένα. Τότε αγαπούσα φανατικά τον γάτο μου,  την δασκάλα της μουσικής, την κυρία Ελισάβετ, τον σκύλο του κυρίου Τόντον που τον φώναζαν Τζάφ, τον αδερφό μου, τις πεταλούδες... Τότε ζούσα στον κόσμο των ονείρων... τη συνέχεια των παιδικών μου βιβλίων.  Όμως μόλις πήγα στο πρώτο μου πάρτυ, έπεσε πάνω μου η σοβαρή, στείρα από ποίηση ζωή και με έθαψε κάτω από την βαριά της πραγματικότητα. Το φόρεμά μου, μόνο του,  έφτασε, για να ξυπνήσει την ματαιοδοξία μέσα μου και για πρώτη φορά άρχισα να πιστεύω πως είμαι "αξιαγάπητη". Ως τότε πίστευα πως είμαι πλασμένη για να "αγαπάω"... και ξαφνικά οδηγήθηκα στην εσφαλμένη και ψευδή αντίληψη πως είμαι κατάλληλη για να "αγαπιέμαι". Και έτσι ξεκίνησε όλη η δυστυχία... Δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε, όμως έτσι είναι... Όσο αγαπάμε το δάσος και τα δέντρα, είναι όλα όμορφα. Όταν αρχίσουμε να περιμένουμε να μας αγαπάνε και αυτά, γίνονται όλα λυπημένα και ψεύτικα. Στο πρώτο πάρτι γεννήθηκε η ζήλια, ο φθόνος και ο αισθησιασμός. Ήταν δηλητήριο στον αέρα. Το εισέπνεες και ήταν το αναισθητικό που θα σκότωνε το πραγματικό όνειρο, την ποίηση την αληθινή. Ο ένας με πατούσε πάνω του στο χορό, ο άλλος έπινε από το ποτήρι που ήπια, ο ένας με κοίταζε με μελαγχολία στο βλέμμα, ο άλλος δεν έλεγε τίποτα αλλά στεκόταν όλη την ώρα κοντά μου, ο ένας έπαιζε τον κωμικό, ο άλλος που έφερνε συνεχώς ποτά, σαν σκλάβος.  Αυτή η νύχτα με κατέστρεψε και με "διαφώτισε". Πίστεψα πως είμαι πολύτιμη. Ξαφνικά ξύπνησα μέσα στη ζάλη και την υποκρισία του κόσμου. Έχασα την παιδικότητα μου για πάντα, σε εκείνο, το πρώτο πάρτι...»

Μεγάλη παύση.....

«Αγαπημένο πλάσμα, λατρεμένη μου κόρη, αν αυτή τη στιγμή σε πνίξω, ίσως να κάνω το καλύτερο που μπορεί να κάνει μια μάνα για το παιδί της...»

(Σηκώνεται και σκύβει πάνω από από το κοιμώμενο κορίτσι...)

(Το κορίτσι μισοξυπνάει, ανασηκώνεται ελαφρά και λέει με βραχνή φωνή)

«Αλέξη, έτσι που με πατάς επάνω σου, θα χάσω τις αισθήσεις μου... και δεν πρέπει ακόμα..»


Η μητέρα παγώνει σε ανείπωτη φρίκη...
Μετά κάθεται στην καρέκλα, βάζει το πρόσωπο στα χέρια της και κλαίει πικρά...


Η αυλαία πέφτει.



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image