Η Φόνισσα




Μετά από πέντε μήνες στην Πρωτεύουσα (ήταν μια ακούραστη εργάτρια),
επέστρεψε στην μικρή της πόλη. Και στον ωραίο άντρα της.
Εκεί έμαθε πως εκείνος είχε χαρίσει το κορμί του. Το υπέροχο κορμί του.
Το είχε χαρίσει σε πολλές γυναίκες.
Δεν είπε τίποτα. Δεν έδειξε τίποτα. Ήταν γλυκιά και τρυφερή.
Όπως πάντα.
Εννέα μέρες έψαχνε και τις βρήκε όλες.  Εκείνες.
Αγόρασε δύο πιστόλια ακριβά. Ακριβή.

Πήγε στο σπίτι της κυρία Μαρακόττι. «Χαιρετίσματα από τον Φανουντζιάτο...»
Και πυροβόλησε τρεις φορές.
Σε έναν κήπο κάθονταν η Λάουρα και η Γασπαρία. «Ο Φανουντζιάτο χαιρετά...»
Και τις πυροβόλησε.
Στο κτήμα της κυρίας Γκενάρο. Ο Φανουντζιάτο έρχεται...»
Και την σκότωσε.
Στην βίλα της Ορβιλίας. «Από τον Φανουντζιάτο, το μωρό σου...»
Μπαμ!
Μετά πήγε στον άντρα της. «Τέρας!»
Και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.

Όμως τώρα περπατούσε αργά προς το σπίτι του άντρα Τζιοφαντίνο.
Εκείνον που κάποτε την απερριψε. Που έπαιξε μαζί της. Άρπαξε τους καρπούς του:
«Κοίτα με. Κοίταξέ με.  Ήσουν η μοίρα μου.  'Ησουν δικός μου.  Εσύ, μόνο εσύ.  Πήρα τον άντρα που δεν ήταν δικός μου, που δεν ήταν η μοίρα μου και γι΄ αυτό έπρεπε να με προδώσει. Το καταλαβαίνεις;  Έπρεπε.  Εσύ φταίς που σκότωσα τους αθώους ανθρώπους.  Εσύ φταίς. Μόνο εσύ.»
Έβαλε το πιστόλι στο λαιμό του και πυροβόλησε.

Μετά πήρε τον ανήφορο προς το σπίτι με τις κληματαριές και τα κλειστά λευκά παντζούρια.
Ένας άντρας στεκόταν στην κουζίνα - το ένα πόδι πάνω στην καρέκλα - και καθάριζε μανταρίνια.
«Μπαμπά, γιατί πέθανες;»
Και έβαλε το πιστόλι στην καρδιά του.....


Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image