Λα Γυναικάρα



Ο Λουσιέν και ο Πρεφού συναντήθηκαν σε μια έκθεση φωτογραφίας για πρώτη φορά.
Κοίταζαν βουβοί την τελειότητα και άρχισαν -ταυτόχρονα- να μισούν όλες τις γυναίκες που είχαν μπεί στη ζωή τους ως τότε και να περιφρονούν τον εαυτό τους που τον έδωσαν τόσο φθηνά.
Λα Γυναικάρα!
Πλήρως απελευθερωμένοι από την προηγούμενη τους ύπαρξη του ψεύδους και της αυταπάτης, έφυγαν με σκυμμένα τα κεφάλια.
Είχαν αντικρίσει το τέλειο και επιτέλους ήξεραν προς τα που τρέχει ο λαγός.

Μια νύχτα καθόταν μαζί στο καφέ Τάδε και κοίταζαν την Λα Γυναικάρα η οποία έπινε σαμπάνια με δύο πλούσιους, καλοχτενισμένους, καλοντυμένους άντρες, συμπεριφερόταν με απερίγραπτη ευγένεια και ακτινοβολούσε ανθρωπιά και ανωτερότητα.
Όταν έφυγαν όλοι, ο Λουσιέν και ο Πρεφού έμειναν πίσω σε κατάσταση μέθης, είχαν μεταφερθεί από την ρουτίνα, σε μια άλλη σφαίρα.

Μετά έκαναν χρόνια να την δουν, διάβαζαν μόνο τις αγγελίες και τις διαφημίσεις καθότι η Λα Γυναικάρα πουλούσε πόζες στο "Ρομαντίκ".
Δεν πήγαιναν ποτέ εκεί, διότι ένιωθαν: «Υπέροχη, σε είδαμε ήδη με ρούχα γυμνή, Τελειοτάτη. Όμως λογοκριμένη κάτω από πολύχρωμο μετάξι; Τα ενδύματα είναι η φαντασία της αλήθειας. Όμως το πολύχρωμο μετάξι είναι διαστρευλωμένη αλήθεια.»

Μια μέρα την είδε ο Πρεφού, στα άσπρα ντυμένη, στον εξώστη ενός θεάτρου.
Το είπε στον Λουσιέν και εκείνος συγκλονίστηκε.
Και τώρα καθόταν, βαθύτατα σκεπτικοί στο δείπνο, γεμάτοι όνειρα και ενθουσιασμό.
Αργότερα χάρισαν την ελευθερία στις φιλενάδες τους, γράφοντας κοφτά, ύπουλα, βίαια> «Η ανεπάρκεια μας σκοτώνει...», έγραψαν, «αντιέ...».
Μετά αγόρασαν έναν μεγάλο κουμπαρά-γουρούνι από γαλάζιο πηλό με μια σχισμή και έριξαν ο καθένας ένα φράγκο μέσα, προσωρινά.
Αν κάποτε η Λα Γυναικάρα φτώχαινε και ξέπεφτε...

Όμως η Λα Γυναικάρα ούτε φτώχαινε, ούτε ξέπεφτε.

Παρ' όλα αυτά οι δύο φίλοι μάζευαν χρήμα στον κουμπαρά για κάθε ενδεχόμενο.
Τρία γουρούνια από πηλό ήταν ήδη γεμάτα ως πάνω με ασημένια νομίσματα.
Ήταν ο θησαυρός για την μέλλουσα εγκαταλελειμένη, απογοητευμένη, ξεπουπουλιασμένη Λα Γυναικάρα.

Όμως η Λα Γυναικάρα γνώρισε έναν εκατομμυριούχο και δεν ξεπουπουλιάστηκε. Ανέβαινε όλο πιο ψηλά και πιο ψηλά και στο τέλος μάλιστα τον παντρεύτηκε.

Κάθησαν λοιπόν, ο Λουσιέν και ο Πρεφού και γιόρτασαν ένα σιωπηλό πάρτυ προς τιμήν της κυρίας που ποτέ δεν τους χρειάστηκε.
Αντάλλαξαν το ασημένιο περιεχόμενο των γουρουνιών με βότκα και κάθε φορά που σήκωναν το μπουκάλι έλεγαν σιγανά «Λα Γυναικάρα» και σηκωνόταν όρθιοι.

Στο τέλος έγιναν πίτα και θεώρησαν πως αυτό ήταν ένα αντάξιο φινάλε μιας μεγάλης ερωτικής περιπέτειας.
Μετά έγραψαν μια κάρτα για την «Λα Γυναικάρα» με το ίδιο κείμενο που είχαν χρησιμοποιήσει και για την Ολερώ, την Φαντίν, την Λίλυ Μπούρκ, την Νανού Τάσλυ, την Νάτζ Μόρισσον Λώρσον.

Στην κάρτα έγραφε: «Δεν είναι αλήθεια πως ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους καθ' ομοίωση του. Μόνο έναν άνθρωπο έπλασε με αυτόν τον τρόπο... Λα Γυναικάρα!»

Όμως αφού δεν ήξεραν την διεύθυνση της, έγραψαν με ιδανική αισιοδοξία και εμπιστοσύνη στην τύχη:

«Για την Λα Γυναικάρα στην Αγγλία».

«Η Λα Γυναικάρα στην Αγγλίαααα....» τραγουδούσαν δυνατά στους σκοτεινούς δρόμους, επιστρέφοντας στο σπίτι.
Οι περαστικοί σταματούσαν και έλεγαν: «Σκάστε ρε μαλάκες!»





Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image