Γεροκαλόκαιρο, αργά το απόγευμα - Old Summer, Late Afternoon





«Μπορώ μόνο να ελκύσω, όχι να αιχμαλωτίσω...», είπε εκείνη.
Φορούσε ένα γαλάζιο του ουρανού φόρεμα με άσπρο πουάν και ψάθινο καπέλο με λιλά ίριδες.

«Να ένα ωραίο μονοπάτι!», είπε εκείνος και έδειξε προς το δάσος, «παντού τριβόλια, και μοβ λουλούδια και σημύδες... κοίτα, πηγαίνεις όλο ευθεία και εκεί κάτω το ποτάμι χτυπάει άσπρους αφρούς...»
Τον κοίταξε, όπως όταν λες, «εκεί θες να είσαι μαζί μου και να αναπνέεις το άρωμα του φουστανιού μου...»

Όμως δεν πήγαν ευθεία στο δρόμο με τα ξέφωτα των τριβολιών, τα μοβ λουλούδια και τις σημύδες, παρά έπιναν καφέ in grosser geselschaft*, πάνω στο υγρό γρασίδι και έπαιζαν μπάντμιντον...
Τα μαλλιά του κοριτσιού ρουφηξαν υγρασία και τρυφερές μπούκλες πλαισίωναν τώρα τους κροτάφους του...

Ήταν όμορφη...

Και άρχισε να βρέχει...

Το ακούρευτο λιβάδι μύριζε Μάιο. Το γρασίδι γυάλιζε. Τα χαλίκια στο δρόμο ξεπλύθηκαν και οι λεύκες έτρεμαν και έπιναν βροχή...
Εκείνη κρατούσε το ωραίο καπέλο με τις λιλά ίριδες στο χέρι και εκείνος κρατούσε μια ομπρέλλα πάνω από τα μαλλιά της, σαν μια καλή μαμά...


Μετά πήγαν στην αίθουσα μουσικής του μαγαζιού.
Ένας γυμνός, σκοτεινός χώρος που μύριζε κελάρι...
O αδερφός του κοριτσιού έπαιζε Σούμπερτ, Impromptu E flat
Ήταν όπως όταν τα κύματα της λίμνης τραγουδούν, σηκώνονται, έρχονται, πέφτουν, διαλύονται... άλλα μεγάλα, άλλα μικρά...

Έγινε σκοτάδι.

Έξω από το παράθυρο υποκλίνονταν τα καστανόφυλλα στις ριπές του ανέμου και η καταιγίδα έκανε shh.. shh... shhhhh... Στο βάθος έλαμπε ένα γυάλινο φανάρι...
Μέσα σηκωνόταν η E flat Impromptu, ερχόταν, έπεφτε στις καρδιές και διαλυόταν...

Η γυναίκα και ο άντρας κάπνιζαν.
Φαινόταν μόνο η κάφτρα των τσιγάρων...
Εκείνος καθόταν πολύ κοντά της και έτρεμε...
«Ας χορέψουμε...», είπε εκείνη...

Έξω υποκλίνονταν τα καστανόφυλλα στις ριπές του ανέμου, τα τσιγάρα φώτιζαν το περβάζι του παραθύρου, ο αδερφός έπαιζε και οι Δύο χόρευαν στο σκοτάδι, σιγανά, σιωπηλά...

«Πως το λένε το κομμάτι που έπαιζες προηγουμένως;» ρώτησε εκείνη αργότερα.
«Σούμπερτ E flat», είπε ο πιανίστας, «κάποιος συνθέτης έχει πει κάτι υπέροχο επ' αυτής... γιατί ρωτας;»

«Έτσι...»

Ο νέος άντρας όμως ήταν σαν σε άλλο κόσμο, ένιωθε κι αυτός κάτι υπέροχο για την E flat, αλλά δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια όπως εκείνος ο συνθέτης... μόνο έγυρε σιγανά προς το κορίτσι...«Βασίλισσα μου...»




( in grosser geselschaft* > με μεγάλη παρέα, κοινωνικό ιβέντ)



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα






"I can attract but not captivate," she said. She was wearing a sky blue dress with a white bow and a straw hat with lilac irises.
"There's a beautiful path, " he said and pointed towards the forest. "There are thistles and purple flowers and birch trees; look, you move straight ahead and down below the river breaks into white foam…"
She looked at him as if saying, "you want to be right there with me and breathe the scent of my dress…"
But they didn't move straight ahead towards the clearings of the thistles, the purple flowers and the birch trees, instead they had coffee in a big gathering on the wet grass and played badminton…
The hair of the girl had absorbed moisture and tender curls are now framing his temples…
She was beautiful…
And it started to rain…
The still wild prairie smelled of May. The grass was shining. The pebbles in the street were being washed clean and the poplars were trembling while drinking rain…
She was holding the beautiful hat with the lilac irises in her hand and he was holding an umbrella over her hair, like a good mother would…
They then went to the music room of that facility.
It was a bare, dark place that smelled like a cellar…
The girl's brother was playing Schubert, Impromptu E flat.
It was like when the waves of the lake sing; they rise and come, they fall and dissolve… some big, some small…
It became dark.
Outside, on the other side of the window, the chestnut tree leaves bowed to the gusts of the wind and the storm was going shh… shhh… shhhh… A glass lantern was shining into the distance…
And then the E flat Impromptu would rise and come, to fall into their hearts and dissolve…
The woman and the man were smoking.
Only the flaming tips of their cigarettes could be seen…
He was sitting very close to her, shaking…
"Let's dance," she said…
Outside the chestnut tree leaves were bowing to the gusts of the wind, the cigarettes were illuminating the windowsill, the brother was playing and the two of them were dancing in the dark, slowly, silently…
"What's the title of the piece you played before?" she later asked.
"Schubert E flat," replied the pianist, "a composer has said something wonderful about it… Why do you ask?"
"Because…"
The young man seemed as if lost in another world; he could also sense something wonderful about the E flat but he could not express it with words like the composer… so he slowly bend his body towards the girl and whispered… "My queen…"

Translated by Lakis Foourouklas




 

SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image