Το φάντασμα στο παλιό κλωστοϋφαντουργείο



Ζει σε ένα ήσυχο καταφύγιο, η εγγονή του κ. Εργοστασιάρχη. Σε ένα παλιό γιγαντιαίο κλωστοϋφαντουργείο, στην κοιλάδα του ποταμού. 
Χιλιάδες ανέμες χορεύουν γύρω από το εαυτό τους και έξω τρέχει το ποτάμι, γκρεμίζεται πάνω από ένα φράγμα και γίνεται κάτασπρο. 
Εκεί ζει η κοπέλα. 
Ένας ποιητής θα έλεγε, «βαθιά ζωή που καθιστά την ύλη σχεδόν διάφανη, μια ένωση μελαγχολίας και νιάτων, αφοσίωσης και ποιητικής ελπίδας. Το μάτι λέει, «πότε θά 'ρθει;», και «κοιμάμαι;», αλλά στο μέτωπο είναι γραμμένη η λέξη «ειρήνη» ». 
Οι κοινοί θνητοί όμως θα έλεγαν: «Τι περίεργο πλάσμα... ». 

Νοέμβριος απόγευμα. Ένας άντρας κατηφορίζει την ακτή του ποταμού. 
Τι ωραίο, τι συγκινητικό που είναι το αντίο της φύσης.!
Μερικοί θάμνοι εκπέμπουν «δεν θέλω», άλλοι σκύβουν το κεφάλι και κλαίνε χιόνι. 
Από τα λευκά χαλιά που έχουν απλωθεί πάνω στο γρασίδι, εξέχουν κάποια χορτάρια που σαν αγκάθια θέλουν να τρυπούν το χιόνι. 
Οι σημύδες είναι χλωμές  από το κρύο και τρέμουν μόλις κάθονται τα κοράκια πάνω τους. 
Στο δάσος, στην πλαγιά του βουνού, βρήκαν καταφύγιο όλα τα καφέ, όλα τα κόκκινα και όλα τα κίτρινα του κόσμου. 
Οι άσπρες ομίχλες  απλώνονται σιγά σιγά πάνω στη λίμνη και μοιάζουν με θάλασσα, λάμπουν στο φθινοπωρινό ήλιο και κυματίζουν και βράζουν... μπορείς να πεις γι' αυτές ότι λές και για τις θάλασσες, «είναι πάντα ίδιες και πάντα διαφορετικές». Μερικές φορές έρχονται σαν καταιγίδα και άλλες φορές έρχονται σαν την ειρήνη. Ήρεμα κολυμπούν πέρα δώθε, μετά κάθονται στην κορυφές των πεύκων και κάνουν κούνια... 
Ο άντρας κατηφορίζει την ακτή του ποταμού. 
Στα λιβάδια κείτονται γκριζοπράσινα και καφεπράσινα φύλλα που τα έκοψε το χιόνι. Στην πραγματικότητα είχε καθήσει σε χοντρούς σωρούς πάνω τους και τα πατούσε, ώσπου υπέκυψαν. Κάτω στο έδαφος αφήνονται ολοκληρωτικά στο έλεός του χιονιού και αυτό τα ρουφά, τα τσαλακώνει σαν υγρό χαρτί και τα καταπίνει. 
Άσπρες ομίχλες ανηφορίζουν το ποτάμι.  
Δύο μικρά μαύρα πουλιά πετούν πέρα δώθε μέσα στον παγωμένο λευκό ατμό. Ουρλιάζουν από έρωτα και ζευγαρώνουν στην πτήση. Είναι νεροκότσυφες. 

Ο άντρας στέκεται τώρα, εκεί, προσφέρει τη βουβή του αγάπη στη φύση και αυτή την δέχεται σιωπηλά.
Και τότε βλέπει την κοπέλα που κατευθύνεται προς το παλιό κλωστοϋφαντουργείο. 
Μεταξύ των μικρών μαύρων πουλιών που ουρλιάζουν από έρωτα και της φύσης που σιωπηλά δέχεται την αγάπη του άντρα, υπάρχει ένα Τρίτο, που δένει τα δύο σε ένα ιδανικό. 

Η κοπέλα νιώθει: »Ξυπνάω;« Ο άντρας ακουμπά στον κορμό ενός δέντρου και την κοιτάζει ώσπου χάνεται μέσα στο κλωστοϋφαντουργείο, εκεί που χορεύουν χιλιάδες ανέμες. 
»Τι παράξενο πλάσμα...« 
Στέκεται κοντά στο τεράστιο κλωστουφαντουργείο, όπου χιλιάδες ανέμες χορεύουν γύρω
από τον εαυτό τους και όπου το ποτάμι τρέχει, γκρεμίζεται πάνω από το φράγμα  και γίνεται κάτασπρο. 
Στέκεται και προσφέρει την βουβή αγάπη του στη φύση και εκείνη την δέχεται παφλάζοντας. Η κοπέλα στο κλωστοϋφαντουργείο νιώθει: »Τι όμορφα που τραγουδούν οι ανέμες σήμερα...!«. 




Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα





SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image