Πουτάνα




Ξύπνησε αργά το γκρίζο πρωί. ΄Ενα υπέροχο κρύο τύλιγε το μικρό δωμάτιο. Γλύστρησε προσεκτικά έξω από την χουχουλίτσα  – «βαμβακερό κίτρινο πουπουλένιο πάπλωμα» – για να μην κρυώσει η Σαρλότ και άναψε την ευγενική σόμπα με προσάναμμα βουτηγμένο σε ρητίνη.  Πιο μπροστά είχε κλείσει τα παράθυρα, το πνευμόνι του δωματίου και έκλεισε τις βαριές κουρτίνες από απαλή τρίχα καμήλας.
Σαρλότ – – – ναι, εκεί ξάπλωνε για δεκαπέντε φράγκα.
Ιερή ανάσα της νύχτας – – – Δεν είναι όλες οι γυναίκες έτσι. Όμως η δική σου αναπνοή, Σαρλότ, κοστίζει μόνο 15 φράγκα και έχει το άρωμα ορεινών λιβαδιών. Όχι μια πραγματική μυρωδιά, μόνο ένα άγγιγμα δύναμης και φρεσκάδας...

Ένας ταύρος τρώει λουλούδια και τα κάνει λίπασμα. Και το λίπασμα που έκανε από τα λουλούδια του έδωσαν τη ζωή του και τη δύναμή του. Και την ευγνωμοσύνη του τη λένε: Πουτάνα!

Τα ξύλα στην σόμπα έλαμψαν μέσα για μέσα, πέρα για πέρα και έκαναν μικρές εκρήξεις. Μετά άρχισαν μια θάλασσα φωτιάς και οι φλόγες να συμπεριφέρονται σαν λαχανιασμένα σκυλιά. χχ–τς, χ–τς, χχ–τς, χχ–τς.
Η σόμπα άπλωνε ζέστη, όπως το πνεύμα ενός αληθινού ποιητή. Όλα εμποτιζόταν με ζέστη – αντιστάθηκαν –  παρ' όλα αυτά  εμποτίστηκαν. Ακόμη και ο λευκός τοίχος από ασβεστόλιθο άνοιξε τους πόρους του, εισέπνεε και ηρεμούσε.

Στη συνέχεια τράβηξε απαλά το πάπλωμα και κοίταξε αυτο το «έργο τέχνης του Θεού» που εκτοξεύει κίνηση έξω στην νωθρή ζωή, σαν μια μυστηριώδης ηλεκτρική μηχανή – – αυτό το «ήσυχος-δολοφόνος» γυναικείο σώμα.
Καθόταν εκεί και άρχισε να φοβάται και να μισεί όλα εκείνα τα φρικιαστικά φαντόμς, τα φαντάσματα που εισβάλουν στην αντρική καρδιά ύπουλα και με απόκοσμη δύναμη – – οι «Άλλοι».
Οι κύριοι με τα ενθουσιώδη γράμματα, ο Αντιστράτηγος με τη νεανική λαγνεία, ο Μαρκήσιος που της άνοιξε βιβλιάριο και ο σκοτεινός ιδιοκτήτης του σκοπευτηρίου, και ο ίδιος ο εαυτός του. Διότι και ο ίδιος είσαι ένα φαντόμ, ένα φάντασμα, ένας «Άλλος» που γεννιέται κοντά στη γυναίκα.
Τι της 'κλέψαν τα φαντάσματα; Ποια ίχνη άφησαν; Τίποτα! Κάθε τρίχα στη θέση της και η τρυφερή της ωχρότητα άστραφτε σαν χιόνι στα μάτια και τα γέμιζε ευτυχία και δύναμη φωτός.
Εκεί ξάπλωνε η «χαλασμένη». Χα Χα Χα – – –
Άθλιες προκαταλήψεις υποδουλωμένων ανθρώπινων ψυχών.
Που είναι παρακαλώ τα ίχνη του κυκλώνα, ο οποίος ισοπέδωσε την «ανθοφόρα γη»;  Σαν μια λίμνη που τον καθρέφτη του τίποτε δεν θόλωσε. Μια αχτίδα αιώνιας ομορφιάς.
Πέτα ενοχλητικές πέτρες, βύθιζε σπασμένα κουπιά, κατούρα μέσα αν γουστάρεις – – – Ηττημένε!
Σαν κρύσταλλο ξαπλώνει, σαν την καρδιά μια ιδιοφυίας που κανείς δεν μπορεί να πληγώσει και που χτυπάει στου Κόσμου τους παλμούς.

Έτσι είναι το ωραίο σώμα της γυναίκας. Με την «ιερή ελαστικότητα της ζωής», σβήνει όλα τα κακά ίχνη και σαν παραδείσιος κήπος αποβάλλει ομορφιά, ομορφιά, ομορφιά και του φέρνει την ειρήνη.
Όμως η ψυχή της, η κατεστραμμένη;  Η ψυχή της είναι μέσα του. Εκείνος είναι το σώμα της που έγινε πνεύμα. Και η «μορφή» της είναι η ψυχή του που έγινε εικόνα. Σαν ο Θεός-γλυπτης να σκάλισε στην ψυχή του ζωντανή ύπαρξη, ύλη, είναι το σώμα της. Εκείνος είναι η φύση της, εκείνη  η μορφή του.
Οι δυο τους είναι το όν του κόσμο στο «ζευγάρι» – – –

Πήγε στην σόμπα και κοίταξε τα ξύλα. Είχαν τελειώσει. Είχαν καταρρεύσει μέσα τους, εξαντλημένα, μαραμένα, γιατί έκαψαν πολύ και ανάσαιναν βαριά, πέθαιναν μετά από εκπληρωμένη αποστολή.
Όμως η ψυχή τους, η ζεστασιά, ήταν ακόμη στο δωμάτιο και έφερνε ζωή.
Η Σαρλότ ξάπλωνε γυμνή, ανέπνεε την ψυχή των ξύλων και μάζευε δύναμη για τον Αντιστράτηγο με τη νεανική λαγνεία και τον σκοτεινό ιδιοκτήτη του σκοπευτηρίου και για όλους, για όλους.

«Τα πάντα έχεις γίνει τώρα», σκέφτηκε, «αφού δεν είσαι πια, παρά μόνο ομορφιά, πόρνη. Όμως ακόμη λάμπεις σε ειδωλολατρική ζεστασιά.  Να σε παγώσω. Να σε βάλω στον πάγο. Να σε θάψω ανάμεσα σε τεράστιες παγοκολώνες από το εργοστάσιο. Να γίνεις πάγος. Και κόντρα σε όλα να γίνεις η ανάσα του χειμώνα. Να μην ακτινοβολείς τίποτε πια. Θα είχαμε λυτρωθεί αν σε σκεπάζαμε με πάγο αντί με το πάπλωμα. Θα νιώθαμε το κρύο να μπαίνει μέσα σου βαθιά, παντού, σε όλα τα ιερά της καυτής  σου πηγής και να παγώνει τα πάντα. Εσένα, τα φαντάσματα, τον λάγνο Αντιστράτηγο, τον Μαρκήσιο, τον ιδιοκτήτη του σκοπευτήριου. Και όλοι θα έσβηναν από την παγωνιά, θα γινόταν γκρίζοι, πάγος χωρίς αποστολή. Χα χα χα – – – Μόνο εγώ θα έμενα στη ζωή. Γιατί η φύση σου εξαρτάται από τη φλόγα, αλλά η μορφή σου είναι αιώνια σαν τον πάγο στις αρκτικές θάλασσες. Και θα έμενα μαζί σου. Γιατί δεν αγαπώ το ον σου που είναι η μορφή της ύλης μου, αλλά τη μορφή σου που είναι η ύλη του δικού μου όντος. Η ομορφιά της σκέψης μου είναι η ομορφιά του σώματός σου. Το μεγαλείο της ψυχής μου είναι οι γραμμές των άκρων σου. Και οι παγοκολώνες του εργοστασίου με τις οποίες θα είχες γίνει ένα στο θάνατο, δεν θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις γραμμές σου, γιατί μόνο ο έρωτάς μου τις κρατάει ζωντανές. Και το αιώνιο θα σε πάντρευε με το αιώνιο. Και το άφθαρτο με το άφθαρτο. Την ομορφιά της ψυχής σου: «σώμα» με την ομορφιά του σώματός μου: «ψυχή». Όμως έτσι κυριαρχεί μόνο ο θλιβερός νόμος της ύλης. Μήπως δεν έχει θερμότητα για όλα, εκατό εκατομμύρια καλοριφέρ; Δεν θα έπρεπε να δίνει τις λανθάνουσες δυνάμεις της στο σύμπαν για να τρίβονται πάνω τους παγωμένα κορμιά;  Χα! Πάγος! Ώστε να βασιλεύει μόνο η Αυτοκράτειρα Ομορφιά. Να γίνεις αιώνια. Να ανήκεις μόνο στον ένα Θεό - Άνθρωπο που σε «αναγνώρισε», θερμή γεννημένη από γυναικείο κορμί, η παγωμένη από το μάρμαρο του γλύπτη, δεν έχει σημασία. Αιώνια να ήσουν, Ενσαρκωμένη του Κόσμου ομορφιά – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – Πλάσμα – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – »

Εκείνη όμως ξύπνησε και έκαιγε
«Έλα – – –»



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα





SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image