Ελλάδα




Ελλάδα!
Βαρύς αισθησιασμός, αισθητική ευαισθησία.  Υπέρβαση της ύλης μέσω αυτού που ακτινοβολεί... Ομορφιά!  Σε Kίνηση ελευθερωμένη.  Σε Xάρη  μαγεμένη.

Εκείνος καθόταν στο πάρκο. Γύρω του δενδροστοιχίες,  στα μονοπάτια δυσκίνητοι οργανισμοί... 'Ανθρωποι.
Άσπρη  φούστα πλησιάζει πετώντας... Μακρυά, ανοιχτά, μεταξένια μαλλιά... λεπτά τρυφερά πόδια σε μαύρες αδιάφανες κάλτσες.
17;  19; 21 ετών;  Λίγο πάνω από το γόνατο φαίνεται η δαντέλα του βρακιού της. Πετάει πάνω από το μονοπάτι με τις ρόδες της.  Ολυμπιακοί Αγώνες...

Εκείνος τη βλέπει.  Εκείνη στρίβει, γυρίζει, πετάει πάλι από μπροστά του και χάνεται.
«Αχ -χ-χ  υπέροχα», εκπνέει εκείνος,  «είσαι άνθρωπος», νιώθει,  «κινείσαι»

Η φούστα επιστρέφει με ελιγμούς. Πετάει... Οι ρόδες χορεύουν - χορεύουν.
«Αχ -χ-χ - - εσένα γυμνή, ολόγυμνη, σε ένα ευωδιαστό λιβάδι,  στον ίσκιο του βραδιού, να χτυπάς τις ρόδες, να βλέπω, να πετάς.  Και μετά στέκεσαι,  πετάς με κυκλική κίνηση τα ανοιχτά μαλλιά σου προς τα πίσω... και πίνω με τα μάτια - εκείνα τα ερωτικά όργανα μιας ευαίσθητης ψυχής - το λεπτό λευκό κορμί σου..  σε Ομορφιάς - Έρωτα».

«Κορίτσι,  η ρόδα είναι ένα ευγενές όργανο...»
«Γιατί;», λέει η γυναίκα-παιδί, «λυγισμένο ξύλο,  γίνεται εύκολα»

Εκείνος την κοίταξε, όπως κοιτάζει κάποιος ένα έλατο, ψηλά στο δάσος,  το υπέροχο πέταγμα του άλμπατρος,  την μεγαλειώδη προσγείωση του γύπα,  τον πόλεμο της φρεγάτας με τα κύματα,  τον κύκνο στη λίμνη,  το πρόσωπο του καλλιτέχνη όταν το καταλαμβάνει η έμπνευση.
Την κοίταξε όπως κοιτάζει κάποιος  το ελεύθερο, το πολύτιμο, τη φύση..  σε Ομορφιάς - Έρωτα.

Εκείνη πετούσε γύρω από την μεγάλη πρασινάδα και έμενε κοντά του.
Και κουράστηκε.
Στεκόταν εκεί - η Κουρασμένη - ήσυχα στηριγμένη στις ρόδες της - και τον κοίταξε.


«Ελλάδα!!!! Θα κρυώσεις, είσαι μούσκεμα, χλώμιασες από το τρέξιμο»
«Είμαι πάντα χλωμή», είπε εκείνη
«Και όμως,  η κίνηση φαίνεται να είναι η φύση σου»
«Αγαπώ την κίνηση», είπε εκείνη
Και κάθησε στο παγκάκι, δίπλα του.

Εκείνος είχε την αίσθηση, «είσαι ένα γίγνεσθαι».  Ήταν βυθισμένος σε Ομορφιάς - Έρωτα....
Με τα μάτια έπινε την ομορφιά του κοριτσιού και μεθούσε.
Η φούστα  της μοσχομύριζε σε καυτό,  νεανικό σώμα. Τα μαλλιά της μοσχομύριζαν....
Η γλυκιά αναπνοή φύσηξε προς το μέρος του.  Στις λεμονιές ευωδίαζαν τα πρασινοκίτρινα άνθη.  Δύο ανάσες της φύσης.
Εκείνη καθόταν ακίνητη.
Την τράβηκε κοντά του και την φίλησε στο μέτωπο.
Εκείνη καθόταν ακίνητη.
Μετά σηκώθηκε και είπε «Αντίο, θα έρθεις αύριο πάλι;!»
Και η Ελλάδα χάθηκε στα ομιχλώδη γκρίζα λιβάδια....

Την κοίταζε που έφευγε....
« Εσένα, εσένα γυμνή, ολόγυμνη, σε ένα ευωδιαστό λιβάδι,  στον ίσκιο του βραδιού, να χτυπάς τις ρόδες σου να βλέπω, να πετάς,   και,   όταν κουράζεσαι δίπλα σου να κάθομαι, στην άκρη του δάσους, στον ίσκιο του βραδιού,   και,   να αναπνέω το άρωμα την υγρής γης και  του γρασιδιού και του κορμιού σου,   και,   να ρουφάω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου,   και,   να μεγαλώνω  στης  ομορφιάς τη δύναμη  που μπαίνει στο μάτι με χιλιάδες αχτίδες και στο μυαλό με χιλιάδες άτομα εισβάλλει,   και,   να γεμίζω,    και,   αυτήν τη συγκεντρωμένη  ένταση σε πλούτο να τη νιώθω και τον πλούτο σε αγάπη,   και,   σε σκέψεις να τη μεταμορφώνω και τις σκέψεις  σε κίνηση και  η κίνηση νέα  να γεννάει  δύναμη.... ανεξάντλητη....  Αυτό είναι «ζωντανός» να είσαι, αυτό....   Αλλά εμείς - εμείς δε ζούμε»



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image