Ο Μινώταυρος κατάπιε την παρθένα...




Εκείνος καθόταν όπως κάθε μέρα στο café και διάβαζε το πρωτοσέλιδο της τοπικής εφημερίδας. Ήταν 27  Νοεμβρίου 1904.
Ένα πανέμορφο  κορίτσι είχε εξαφανιστεί.
Το κορίτσι που έδειχνε η φωτογραφία  ήταν η δεκαεξάχρονη κόρη ενός δημόσιου υπάλληλου που άκουγε στο όνομα  Μαργκώ.
Ξεκίνησε να πάει στο μάθημα βιολιού, όμως δεν έφτασε ποτέ εκεί. Η Μαργκώ εξαφανίστηκε.  Το λεπτοκαμωμένο κορίτσι είχε ξανθοκόκκινα μαλλιά και καστανοπράσινα  μάτια.  Οι δυστυχείς γονείς κλπ κλπ...
Άρχισε να το αγαπάει αυτό το κορίτσι,  με όλη του την ψυχή - - - 
Είχε μεταμορφωθεί στα μάτια του σε ένα κυνηγημένο ζαρκάδι με μεγάλα τρομαγμένα μάτια.
Γενικά κάλυπτε όλα τα ιδανικά του.  
Γιατί πρώτον είχε χρυσοκόκκινα μαλλιά... και δεύτερον δεν ήξερε κανείς τίποτε άλλο, τίποτα, τίποτα, τίποτα,  μόνο ότι είχε χρυσοκόκκινα μαλλιά,  καστανοπράσινα μάτια και είχε χαθεί,  πάει, χάθηκε,  εξαφανίστηκε. 
Γι' αυτό στη φαντασία του μπορούσε... αλλά ήταν πανέμορφη, έτσι δεν είναι;  Αν κρίνουμε από την φωτογραφία...
Τόσο νέα και τόσο χαμένη. Άρχισε να την αγαπάει, με όλη του την ψυχή... θα μπορούσε να πέσει στα πόδια της εξαφανισμένης, να της βγάλει τα υγρά παπούτσια,  τις κάλτσες, να πάρει την τρεμάμενη βασιλοπούλα στην αγκαλιά του, να την πάει στο κρεβάτι, να την σκεπάσει ως το λαιμό με το πάπλωμα, να ανάψει μια καλή φωτιά, να βράσει τσάι και να τη φυλάει να μην πάθει κάτι... η να... όχι, αυτό δεν θα το έκανε...

«Μια αλήτισσα είναι, voilà tout*», είπε κάποιος.Θα ένιωθε γελοίος αν την υπερασπιζόταν,  αλλά αυτή η λέξη δεν του άρεσε καθόλου.  Και θα ήθελε να πει:  «Μα... με χρυσοκόκκινα μαλλιά;...»... και σκεφτόταν την πρώτη λέξη που της είπε ο απαγωγέας της:  «Mademoiselle».
Ναι, αυτό πρέπει να της είχει πει:  «Mademoiselle».. και μια ολόκληρη ζωή  έγινε κιμάς, όπως η μύγα κάτω από την μυγοσκοτώστρα. Περπατάει αργά με τα μακρυά, λεπτά της πόδια, τον χρυσό καταρράχτη σε πλεξίδα πλεγμένο, έχει τον «μηχανισμό της ζωής»  στην ακόμα παιδική της ψυχή... ακριβώς στις δώδεκα βιολί,  ακριβώς στις δύο κάτι άλλο, ακριβώς στις τρεις,  ακριβώς στις πέντε, ακριβώς στις οκτώ... και ξαφνικά προκαλεί κάποιος μια τεράστια αναστάτωση και λέει «Mademoiselle»...
Όλα τα «ακριβώς» γκρεμίζονται το ένα πάνω στ΄ άλλο και η ψυχή γίνεται ένας οργανισμός... voilà  tout και αρχίζει να αναπνέει.  Όμως τι ξέρει εκείνος ο κακός μάγος ;
«Έλα στις δώδεκα...», είπε ο μάγος.
«Δεν μπορώ, ακριβώς στις δώδεκα έχω βιολί».
«Τότε στις  δύο... », είπε ο μάγος, «ακριβώς...», ξαναείπε ο μάγος, «έλα οπωσδήποτε».
Ένα καινούριο πρόγραμμα, πολύ απλό... το πρόγραμμα της ζωής.

Ακριβώς στις έντεκα ονειρεύεται στο κρεβάτι της: «Κάποιος την είπε «Mademoiselle» και άλλα πράγματα... »Καποιος; ; ; Ο άντρας είναι, το αντρικό φύλο, όλη η αντρότητα του κόσμου.
Ο κόσμος «Άντρας», έβγαλε το καπέλο του και γονάτισε με ευλάβεια μπροστά στον κόσμο «Γυναίκα». Ο Μινώταυρος κατάπιε την παρθένα... Πάντως εκείνη ονειρευόταν:  «Στις δύο ακριβώς...»
Ο νέος άντρας στην καφετέρια την αγαπούσε ήδη με όλη του την ψυχή, ως εκ τούτου σκεφτόταν: «Un Roué» την έκλεψε. Αυτή η λέξη του έκανε καλό, όχι μόνο επειδή ήταν γαλλική, ηχούσε όμορφα και έλεγε πολλά, αλλά επειδή αμέσως ένιωσε σαν τον «σωτήρας της ανθρώπινης διαστροφής»... Πως αλλιώς θα μπορούσε να φωνάξει αυστηρά και νοσταλγικά «Μαργκώ!», αν στα όνειρά του... όχι!... Αλλά από την άλλη, γιατί να μην ονειρεύεσαι;Τόσο αφελής δεν ήταν ώστε να εκφράζει τέτοιες φαντασμαγορίες...  το πολύ πολύ κάτω από το όριο της συνείδησης,  όπως εκφράζονται οι ειδικοί.   Αλλά πάνω από αυτό το όριο την αγαπούσε με ενθουσιασμό, όπως αγαπούσε τότε που ήταν παιδί την Καμίλ από το μυθιστόρημα.
Όμως ποια ήταν η Καμίλ;  Μια εφεύρεση.

Έτσι αγαπούσε τώρα και την εξαφανισμένη από την εφημερίδα και μυρολογούσε τη μοίρα της.
«Δεκαέξι», ένιωθε... «και αυτά τα ωραία χρώματα, χρυσοκόκκινο, πράσινο, καφέ, χιονόλευκο...».
Για το χιονόλευκο σκεφτόταν:  «Άκρα σαν φρέσκο, απάτητο χιόνι»... και μέσα του κάτι τραγουδούσε:  «Ένα σπασμένο λουλούδι του θεού, μια ποδοπατημένη ανεμώνα ».
«Θες να πλαρεις την αμοιβη;», ρώτησε ένας ηλίθιος.
«Αλλά μόνο αν είναι άθικτο το αντικείμενο»,  είπε ένας άλλος ηλίθιος.
Και όλοι γέλασαν. Όμως εκείνος σκεφτόταν:
«Στη λίμνη  μπορεί να στέκεται, με το ένα χέρι στηρίζει το πηγούνι της, με το άλλο τον αγκώνα της και η λέξη «Mademoiselle» πετάγεται ξαφνικά σαν αγριόπαπια μπροστά της και χάνεται μέσα στην κρύα ομίχλη... ο ήλιος κοιτάζει με γουρλωμένο, κόκκινο σαν αίμα μάτι, είναι κιόλας σχεδόν μαύρο και κρυώνει η Μαργκώ... πηγαίνω νύχτα, εκει που η πόλη χύνεται, στη φύση... βλέπω ένα παιδί... λέω, «Μαργκώ..!»... της το λέω απλά,  όπως λες «μου δίνεις το ψωμί;»,  η «παρακαλώ άναψε το φως».. και εκείνη πλησιάζει. Τι όμορφη που είναι! Βάζω το χέρι μου απαλά στο κεφάλι της και λέω, «Μαργκώ, Μαργκώ...!» και «Μαργκώ».
Ησυχία γύρω μας.
Ο αέρας φυσάει πάνω από τη λίμνη.
Εκείνη ρωτάει: »Τι ώρα είναι;«
»Θα τα σκεφτούμε όλα μαζί... είσαι ένα καλό κορίτσι, έτσι δεν είναι;«
Εκείνη βάζει το κεφάλι της στο στήθος μου.
Ο Κύριος και η Μαγδαληνή.
Η πίστη είναι σχεδόν το »είναι«.  Άν πιστεύω σε σένα, είσαι...
Έτσι όπως ακουμπάει πάνω μου... ο αέρας φυσάει πάνω στη λίμνη... την οδηγώ στην Ανατολή».
Έτσι ονειρευόταν ο ονειρευτής, αναγνώστη, και τώρα θα περιμένεις να σου πω πως, την επόμενη μέρα διάβασαν στην εφημερίδα ένα από εκείνα τα συγγραφικά κόλπα με τις αντιθέσεις που κάνουν ΠΑΦ!, όπως: «Η υπόθεση λύθηκε τελείως αντιποιητικά. Το δύστροπο παιδί...», η «το κορίτσι μεταφέρθηκε σε ίδρυμα για προβληματικά παιδιά...», η «τόσο νέα και τόσο διεφθαρμένη».Όχι.  Η ζωή είναι αγενής, παραβλέπει τις φίνες ατάκες.
Η Μαργκώ χάθηκε.  Την κατάπιε η αστική θάλασσα... όμως,  όσο να' ναι,  αγαπήθηκε όσο λίγες στην μικρή της ζωή.
Γιατί μόνο από λίγους δεν μαθαίνουμε κάτι που ενοχλεί την «γλυκειά φαντασία» μας...  και ξέρουμε μόνο πως ήταν δεκαέξι,  με χρυσοκόκκινα μαλλιά,  καστανοπράσινα μάτια  και εξαφανίστηκε, πάει.. χάθηκε...




Άνα Ζουμάνη

εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image