Ο Ιππότης




Ο Ιππότης ήξερε ότι το άσπρο της κορμί - λάτρευε τις μασχάλες της που τον αναστάνωναν όταν σήκωνε το χέρι της -  ήξερε ότι το κατάλευκο κορμί της έσταζε από τρυφερότητα για άλλους.
Καβαλάρης ήρθε, καβαλάρης έφυγε, καβαλάρης ήρθε, καβαλάρης έφυγε...
Αυτό το δεχόταν σαν μια αναπόφευκτη μοίρα, σαν τη φτώχεια, την αρρώστια, το θάνατο.
Ναί. Και μάλιστα του γεννούσε την πικρή λαγνεία μιας γλυκιάς ανιδιοτέλειας.
Ήταν οπλισμένος και στεκόταν, σκοτεινός, απειλητικός μπροστά στις βαριές πύλες της ελαφριάς της ψυχής.
Όμως όταν ήρθε ο τρίτος καβαλάρης, εκείνη ψάρεψε με τα υπέροχά της δάχτυλα τα μανταρίνια από το ποτήρι του και εκείνος ήπιε το αγιασμένο κρασί,  τότε αφοπλίστηκε.
Άφησε την επικίνδυνη σκοπιά του μπροστά στις βαριές πύλες της ελαφριάς της ψυχής, πήρε το λευκό μοναχικό μονοπάτι προς τα κάτω και πίσω του έσερνε τα κουρασμένα βήματά του.



Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image