Έμιλυ Ντίκινσον - Γιατί την αγαπώ τόσο πολύ




«I'm nobody! Who are you?
Are you nobody, too?
Then there's a pair of us — don't tell!
They'd banish us; you know!

How dreary to be somebody!
How public like a frog
To tell one's name the livelong day
To an admiring bog!»


«Πρέπει να  ξεριζώσουμε την ψυχή σου, παιδί, γιατί εκείνη δεν κάνει γι' αυτήν τη ζωή, κατάλαβες;  Και κάτι άλλο δεν υπάρχει σε προσφορά... μην κλαις»...

Αυτά έλεγαν οι άνθρωποι που ήθελαν το καλό της και άρχισαν να τραβούν την ψυχή της για να την ξεριζώσουν- αν και λυπόταν κατά βάθος - γιατί ήταν μια υπέροχη, τρυφερή παιδική ψυχή, η οποία όμως δεν ταίριαζε στη ζωή αυτή και φάνταζε ξεκάρφωτη στην κοιλάδα της δουλειάς...
«Γιατί δεν επιτρέπεται να έχω μια ψυχή; Αφού έχω ένα στομάχι, ένα συκώτι  και άλλα όργανα;»
«Δεν θέλουμε να φιλοσοφούμε, παιδί, δεν θέλουμε μπερδέματα... η ψυχή; Η ψυχή ταιριάζει σε αυτοκράτειρες και ζητιάνες... Είναι για τον απλό άνθρωπο;  Ε, λοιπόν... παρακαλώ... είσαι αυτοκράτειρα; Η μήπως είσαι ζητιάνα;».
Και το κορίτσι ξερίζωσε την ψυχή του και την έδωσε, αφού ένιωθε πως δεν είναι αυτοκράτειρα, ούτε ζητιάνα και δεν θα γινόταν ποτέ...  γι' αυτό, μέσα στην  ασημότητα του, παρέδωσε την ψυχή του...και τώρα στεκόταν εκεί, φτωχή, παγωμένη, τρεμάμενη, χαλασμένη.

Mια μέρα, πολλά χρόνια αργότερα το κορίτσι ένιωσε πως δεν μπορεί να ζει άλλο χωρίς την ψυχή του και έφυγε στον κόσμο για να την ψάξει.Πρώτα πήγε στο δάσος και ρώτησε: «Δάσος, έχεις την ψυχή μου;»
«Όχι - -», βρυχήθηκε το Δάσος, «εγώ έχω μόνο την δική μου. Την ψυχή του δάσους».
Πήγε σε πολλούς ανθρώπους, πήγε σε πολλά πράγματα και ρωτούσε παντού, όμως όλα είχαν μόνο τη δική τους ψυχή.
Κάποτε έφτασε σε μια ποιήτρια που την έλεγαν Έμιλυ και ζούσε απόμερα, κάπως έξω από τον κόσμο.
«Έμιλυ, μήπως έχεις εσύ την ψυχή μου;».
Και η  Έμιλυ απάντησε: «Έχω μέσα μου όλες τις ψυχές που χάνονται μέσα στην καθημερινότητα...  έτσι η αλλιώς... κάπως... που δεν ζουν, που πεθαίνουν μέσα στο χρόνο... δες... εγώ είμαι η αποθήκη του Θεού για όλες τις καχεκτικές και κατεστραμένες γυναικείες ψυχές... σε μένα ζουν όλες... η ονειροπαρμένη χωριατοπούλα, το θλιμμένο θύμα, η απόβλητη, η πουλημένη, η γριά, η καμπούρα, η προδομένη, η υστερική, η πανέμορφη, η πανάσχημη... ούτε ένα μόριο γυναικείας ψυχής δεν χάνεται στον κοσμικό χώρο... γιατί  ό,τι μαραίνει η ζωή το βάζει ο Θεός στην καρδιά  μιας ποιήτριας, για να ανθίσει στο τελευταίο του μεγαλείο... έτσι δεν χάνεται τίποτα... να και η δική σου ψυχή, κορίτσι... την βλέπεις;  Εδώ ζει... μέσα μου... μεγαλώνει και ανθίζει... κοίτα... είναι ήδη σχεδόν όση και η ψυχή της αυτοκράτειρας και της ζητιάνας...».
Όμως το κορίτσι με το ζόρι αναγνώρισε την ψυχή του, τόσο όμορφη και πλούσια ήταν. Αλήθεια, σαν την ψυχή της αυτοκράτειρας και της ζητιάνας...!
«Πάρτην...»,  είπε η Έμιλυ τρυφερά,  «σου δίνω την ψυχή σου πίσω».
Όμως το κορίτσι είπε: «Όχι... θα την αφήσω εδώ, εδώ ανθίζει καλύτερα... στην δικιά σου την ψυχή,  στην ψυχή του Κόσμου θέλω να αναπαύεται η δική μου ψυχή.  Εσύ ονειρεύεσαι, και υποφέρεις και κλαις αντί για μένα,  για μένα... και έτσι εγώ μπορώ να υπηρετώ τη σκληρή ζωή και στις διακοπές  θα έρχομαι σε σένα - στην ψυχή σου - και θα γίνομαι αυτοκράτειρα και ζητιάνα».
«Όπως επιθυμείς», είπε η Έμιλυ τρυφερά.

Και το κορίτσι ερχόταν στις διακοπές..
Ερχόταν στην ψυχή της που είχε δώσει, ερχόταν στα όνειρά της, στον πόνο της, στα δάκρυά της...στον εαυτό της... Και ένιωθε: «Εσείς,  παράξενοι άνθρωποι,  έδωσα την ψυχή μου για χάρη σας.  Όμως τεράστια και δυνατή μεγαλώνει μέσα στην ποιήτρια.  Ό,τι εσείς  μου κλέψατε, εκείνη μου το φυλάει σε μεγαλείο που όλο και ψηλώνει... Σαν το κεφάλι της Λερναίας Ύδρας  που φυτρώνει  εκατό φορές όταν το κόψεις, έτσι και οι κομμένες μας ψυχές ανθίζουν εκατό φορές μέσα στην καρδιά της ποιήτριας... Έτσι εκδικούνται οι ποιήτριες... έτσι εκδικούνται  τους προδότες και τους δολοφόνους των αδερφών ψυχών τους. Εκδικήτριες, προστάτιδες.  Σας τιμούμε»



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image