Η Αναδυομένη



Ήταν πανέμορφη. Σαν αναδυόμενη Αφροδίτη που στράγγιζε τις σταγόνες του ωκεανού από τον ξανθό της χείμαρρο.  Την έλεγαν Ναννίτα.
Ήταν 14 χρονών και ήδη θαυματουργούσε.
Τραβούσε τα καράβια της ζωής μαζί με τους καραβοκύρηδες τους, όπως τα τραβάει ένα μαγικό-φρικιαστικό βουνό που αναβοσβήνει σε υπέροχα χρώματα και τα τσακίζει  στις βραχώδεις πλαγιές του.
Κοίτα.  Όλα τα αγόρια γινόταν άντρες στη θέα της και όλοι οι άντρες αγόρια.  Και ένα από τα αγόρια της έβαλε ένα σημείωμα στην τσέπη όπου είχε γράψει:  »Σε λαχταρώ μέχρι θανάτου, Ναννίτα...«
Και τότε εκείνη σκέφτηκε:  »Από μια τέτοια πρόταση μπορείς να ζεις, να ζεις!«.
Έτσι έλαβε την βαθιά, υπέροχη συνειδητοποίηση ότι μέσα της ζούσε  μια τεράστια θεϊκή δύναμη, που χυνόταν σαν χρυσές αχτίδες πάνω στους κρύους και σκιερούς ανθρώπους, προσφέροντας φως και ζέστη από τα μυστήρια κάποιου δικού της κρυφού ηλιακού συστήματος.  Και αναγνώρισε πως αυτή η δύναμη έρρεε σαν κοσμικός ηλεκτρισμός από τα ξανθά της μαλλιά, από τα γαλανά της μάτια,  από τα αστραφτερά της στήθια, από τα κάτασπρα χέρια της, από τα  φανταχτερά  ενδύματα της.  Το κατάλαβε.
Έτσι ζούσε, όταν άρχισε να ζει, σαν τις μεγάλες θεές  – –  Από το να αγαπιέται.
Ζούσε από τα τραγούδια των προσκυνητών, από τα μυρολόγια  των υγρών ματιών, από τους ύμνους μεθυσμένων καρδιών.  Ζούσε από το λιβάνι,  από φλόγες, ζούσε από προσευχές, από λόγια αγάπης και καταστροφές.   Ό,τι της έφερναν το έπαιρνε με ευγνωμοσύνη και χάριζε ένα χαμόγελο.
Έτσι μεγάλωνε,  δίνοντας ζέστη και φως από τα μυστήρια του δικού της ηλιακού συστήματος. Έριχνε ήπιες ανοιξιάτικες αχτίδες, άγριους καλοκαιρινούς καύσωνες - - και αποτραβιόταν πάλι στο  χειμερινό της ήλιο – –
Μια μέρα φώναξε προς ένα τσούρμο άντρες που την περιτριγύριζαν:  »Πλανήτες μου!«
Μια άλλη μέρα φώναξε προς τα κορίτσια της τάξης της  από την καμπίνα της στο κολυμβητήριο: »Κυρίες μου, όποια θέλει να με δει σε όλο μου το μεγαλείο πρέπει να πληρώσει 2 Ευρώ. Τα χρήματα θα δωθούν στην φτωχή Μαρία.«
Όλες έτρεξαν και πλήρωσαν δύο ευρώ. Μόνο μια δεν πήγε.
Και η Αναδυόμενη ρώτησε:  »Σάσσυ γιατί δεν ήρθες να δεις το μεγαλείο μου;«
Και η Σάσσυ απάντησε:  »Καμιά δεν ήρθε να δει το μεγαλείο σου.  Ήρθαν για να ανακαλύψουν τα λάθη σου. Όμως εγώ το ξέρω πως δεν έχεις λάθη.  Γιατί μόνο όποιος δεν έχει ανεπάρκειες χάνει την ντροπή του και αποκτά την ευθυμία της αρχαίας ελληνικής γύμνιας, Ναννίτα!«

Μια μέρα εμφανίστηκε ένας θεός – ένας λυρικός ποιητής – χτύπησε μια την άρπα του και είπε: »Ω, Αναδυόμενη – – «. Παρακάτω δεν πήγε – – η ποίηση φράκαρε κάπου ανάμεσα στα πόδια του.Η Αναδυόμενη ρώτησε:  »Ποιος είσαι; Τι παριστάνεις; «
»Εγώ;  Είμαι γιος θεών εγώ. Ένας ποιητής!«
Τότε εκείνη πίστεψε πως έχει έναν όμοιό της μπροστά της και του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελό της.
Όμως εκείνος ήθελε κι άλλο και εκείνη ακούμπησε με το χέρι της τον ώμο του και είπε:  »Με ξεγέλασες.  Δεν είσαι θεός.«
»Πως το κατάλαβες;«
»Δεν μπορείς να ζεις με Νέκταρ και Αμβροσία,  πρέπει να καταβροχθίζεις όπως το βόδι στο λιβάδι. Φύγε από εδώ«
»Τουλάχιστον πήρα μια καινούρια εντύπωση«, σκέφτηκε εκείνος.

Αργότερα ήρθε μια άλλη γενιά – πιο φωτισμένη.Και κάποιος από αυτούς, που δεν ήταν ειδωλολάτρης, δεν πίστευε σε Αναδυόμενες με μαλλιά που στάζουν ωκεανό και δεν πίστευε σε αρχαίους ελληνικούς ναούς και προσευχές, είπε:  »Σε θέλω γυναίκα μου, Ναννίτα. Θα σε αγαπώ και θα σε φροντίζω, αλλά πρέπει να κόψεις αυτα τα ειδωλολατρικά χαμόγελα.  Άσε αυτές τις παπαριές στον Καλμάρ, τον Σαίξπηρ, τον Πετράρχη και την Σαπφώ – –  στις φτασμένες θεότητες«

Και εκείνη τον πίστεψε ως τον πιο αληθινό, αφού δεν ήταν ειδωλολάτρης και δε μασούσε – –Και έκοψε το ειδωλολατρικό χαμόγελο.
Και όταν έκοψε εκείνο το ειδωλολατρικό χαμόγελο που την έκανε Κυρία του Κόσμου, των αγοριών, των αντρών, των φοιτητών, ακαδημαικών, ιατρών, αξιωματικών, των εφοπλιστών και των γιων των εφοπλιστών, των αληθινών και των ψεύτικων θεών, τότε έπαψε κι αυτή να είναι ειδωλολάτρις –  η Αναδυόμενη  –  όπως την τραγουδούσαν οι ψεύτικοι θεοί και την ένιωθαν οι αληθινοί θεοί και έγινε κυρία Νάννυ Έτσι και Έτσι, οικοδέσποινα και μοίραζε πλέον τα μη ειδωλολατρικά της χαμόγελα.
Και ο σύζυγός το είχε καμάρι:  »Δεν θέλω πλέον να φιλοσοφώ γύρω από το θέμα – όμως ξέρω πως σου χάρισα την ειρήνη,  Νάννυ.  Ήταν καιρός.  Αν το αφήναμε σε σένα θα είχες χαθεί.  Έτσι δεν είναι; «
»Μάλιστα«,  έλεγε σοβαρά και χωρίς ειδωλολατρικό χαμόγελο η πρώην θεά,  »Σε ευχαριστώ!«





Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα


SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image