Ένα βράδυ του Δεκέμβρη



Ο χειμώνας είναι έξω, στο τοπίο, στους κάμπους, στους λόφους.
Το χιόνι ουρλιάζει, βογγάει, τρίζει κάτω από τα βήματα, σαν απροσάρμοστο δέρμα.  Παντού πανέμορφα, άσπρα κύματα. Τα πνευμόνια χαίρονται για τον πάγο, τον οποίο ρουφάνε μέσα τους.  Όμως τα αυτιά και τα χέρια πενθούν.
Ο χειμώνας είναι έξω και τα πηγάδια της πόλης έχουν ξύλινη επένδυση.
Όμως στο δωμάτιό μου είναι καλοκαίρι...
Μια μικρή ορειχάλκινη σόμπα πετρελαίου, με ενσωματωμένη κατσαρόλα για καυτό, μουρμουριστό νερό, υπάρχει.  Μια  ρόμπα από απαλή άσπρη φανέλα.Συνεχώς πρέπει να υπάρχει καυτό, μουρμουριστό νερό για τσάι.  Και πορτοκάλια, λεμόνια, όπως και ένας αποχυμωτής για ζεστή λεμονάδα και πορτοκαλάδα.
Είναι πολύ ευχάριστο και φιλικό να κερδίζεις θερμότητα από έξω κι από μέσα τη στιγμή που έξω μαίνεται ο χειμώνας και βασανίζει το τοπίο.
Από το γλυκό καλοκαιρινό σου δωμάτιο βγες έξω και άσε τον χειμωνιάτικο αέρα να δράσει επάνω σου σαν παγωμένο ντουζ που σου κόβει την ανάσα.
Και γρήγορα πάλι πίσω στο γλυκό, καλοκαιρινό δωμάτιο.

Ήδη μοσχομυρίζει το τσάι, η σομπίτσα καίει αθόρυβα και η ξανθιά μου φίλη κάθεται σκεφτική, όπως οι άνθρωποι στα παγκάκια των κήπων ένα καλοκαιρινό, χλιαρό βράδυ.
Εγώ, η Χαντριλένα, κάθομαι δίπλα της.
-«Καρλότα, τι γνώμη έχεις για τους ανθρώπους στο μικρό Art café;»
-«Είναι λίγο περίεργοι, έτσι δεν είναι; . Δεν μπορείς να τους εκτιμήσεις και να τους καταλάβεις, όπως τα έντομα όταν  στροβυλίζονται  γύρω από τον εαυτό τους».
-«Κάπως έτσι το νιώθω κι εγώ, Καρλότα.  Δεν νομίζεις ότι έχουν όλοι τσιτωμένα χαρακτηριστικά;  Όμως τα τσιτωμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο είναι σαν ένα τεντωμένο λάστιχο λίγο πριν σπάσει, μια χύτρα λίγο πριν σκάσει. Τέλος πάντων, μπορείς να δεις την εσωτερική κατασκευή του υφάσματος, η οποία θα έπρεπε να είναι μυστική».
-«Δεν τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Η ίσως να καταλαβαίνω. Πάντως οι άνθρωποι τα κάνουν όλα πολύπλοκα. Περισσότερα δεν καταλαβαίνω. Τα κάνουν όλα πολύπλοκα.».
-«Ναι, Καρλότα.  Όλα τα κάνουν πολύπλοκα. Δεν ξέρουν να διελευκάνουν, να ξεμπλέκουν, μπερδεύονται γύρω από τον εαυτό τους, πιάνονται στον δικό τους ιστό, χάνουν τις καλές, απλές ευκαιρίες.»
Σιωπή - - - - - -

-«Και ο ποιητής, Χαντριλένα; Ο καλός μας φίλος; Τι λές γι΄αυτόν;»
-«Εκείνος;  Όποιος τον παίρνει σοβαρά, χάνεται.  Όποιος δεν τον παίρνει σοβαρά, χάνεται.  Έτσι είναι τα πράγματα».
-«Τι εννοείς;»
-«Μπορείς να το φανταστείς ως εξής: Όλα τα πράγματα επηρεάζονται και μαραζώνουν εξαιτίας άλλων αναπόφευκτων πραγμάτων που απλά είναι και δρουν. Πως θα εξελίσσονταν ένα φυτό, ένα ζώο χωρίς την επίδραση της προδοτικής δύναμης της βαρύτητας που ανά πάσα ώρα και στιγμή τα τραβάει προς τα κάτω και τα μαραζώνει; Ο άνθρωπος χωρίς τα πεπτικά του και άλλα προβλήματα;
Ο ποιητής, Καρλότα, φαίνεται πως έχει κάτι μέσα του που δεν υποκύπτει στη δύναμη της βαρύτητας και το μοιραίο νόμο.  Πιστεύω πως είναι οι εκστάσεις της ψυχής του που τον αφήνουν να αιωρείται. Όμως ενώ ο ίδιος ζει χωρίς πίεση,  νιώθει πιο έντονα την καταπίεση των άλλων.  Όπως ένας ακροβάτης, απαλλαγμένος από το βάρος των μυών,  που ξαφνικά αντιλαμβάνεται την άθλια στάση των ανθρώπων,  τα γόνατα από χαρτόνι και την αδάμαστη, απείθαρχη σπονδυλική στήλη.
Φυσικά θέλει να διδάξει σε όλους πως να ισορροπούν το πάνω μέρος του σώματος πάνω στο ισχίο, όπως ισορροπούν τα βούρλα και ταλαντεύονται πάνω στη λίμνη.
Υπάρχουν πολλά πράγματα μέσα μας, Καρλότα, που περιμένουν την εξέλιξη.
Ίσως να υπάρξουν γυναίκες που θα εκπλήρώνουν την αποστολή τους καθισμένες ολόγυμνες σε ψηλές πολυθρόνες, αφήνοντας τους προσκυνητές να αγγίζουν τις ρόδινες πατούσες τους με τα χείλη τους.  Και άλλες που θα κοιτούν βουβές και όλοι γύρω τους θα βρίσκουν τον εαυτό και την ειρήνη τους με απαλό και σοφό τρόπο.
Μέλλοντα βασίλεια ανακοινώνει ο ποιητής.
Εμείς όμως, Καρλότα, ευδοκιμούμε σε ήπια και μέτρια θερμοκρασία. Η κάψα της έκστασης δεν μπορεί να μας βοηθήσει πολύ, μπορεί και να μας βλάψει.  Πρέπει να είμαστε ταπεινές.  Δεν είμαστε εξωτικά λουλούδια. Πρέπει να είμαστε ταπεινές, Καρλότα.  Γιατί θέλουμε να ζήσουμε στη ζωή που είναι.
Δεν χρειαζόμαστε πραγματικά τους ονειρικά πολύ ελεύθερους.  Αλλά όταν μας πλησιάζουν οι ανάλαφροι καλλιτέχνες, ας είμαστε ήπιες μαζί τους και ας τους ακούμε, από περιέργεια.  Γιατί μπορεί να ονειρεύονται πράγματα που δεν είναι ακόμα εδώ.  Πράγματα που θα έρθουν σε χίλια χρόνια - - -»

Η Καρλότα έβαλε τρυφερά το χέρι της στο γόνατό μου και με κοίταξε ερωτηματικά.  
-«Τον παίρνεις σοβαρά!»
-«Τον παίρνω και δεν τον παίρνω», απάντησα, «Εγώ, εγώ περπατώ - - - εσύ πέτα. Θα σε βλέπω μέχρι να εξαφανιστείς - - - και μετά θα συνεχίσω να περπατώ».
Η Καρλότα έβαλε το κεφάλι της στα γόνατά μου.
-«Καρλότα, έλα να στεφανώσουμε την αγαπημένη μας μάσκα θανάτου του Μπετόβεν.  Φέρε τους κίτρινους νάρκισσους που μας χάρισε ο ποιητής μας»
Και κάνουμε το στεφάνι από κίτρινους νάρκισσους και το τοποθετούμε γύρω από το κεφάλι της μάσκας.  Μετά πίνουμε τσάι, δεν μιλάμε, καπνίζουμε τον «χρυσό κουπίδο» που μυρίζει φωτιά και αχνιστό μέλι.
Η Καρλότα κάθεται σκεφτική, όπως οι άνθρωποι στα παγκάκια των κήπων ένα καλοκαιρινό, χλιαρό βράδυ.
Εγώ είμαι πιο ενεργητική, συμαζεύω λιγάκι, ταιριάζω λιγάκι,  βρίσκω το καινουριο καουμπόϊκο καπέλο μου πολύ πρακτικό και ελπίζω να διατηρήσει τη φόρμα του.
Μετά διαβάζω λίγο και χαμηλώνω τη σόμπα πετρελαίου που βρίσκεται ήδη σε έκσταση και προσπαθεί να μιμηθεί θερμοκρασίες Αυγούστου.
Και έτσι περνάει το βράδυ ενώ έξω μαίνεται ο χειμώνας και βασανίζει το τοπίο.

-«Καρλότα, τι γνώμη έχεις για τη φιλοδοξία;»
-«Δεν ξέρω. Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι κάποιοι βλέπουν ακόμα και ένα τσόκαρο ως μέσο προώθησης»
-«Όταν ζωγραφίζεις μια εικόνα  με πολύ συγκεκριμένο στόχο, τότε δεν θα γίνει τίποτα.  Σε ένα συγκεκριμένο, πολύ συγκεκριμένο στόχο,  δεν μπορείς ούτως η άλλως να διεισδύσεις.  Αντίθετα πρέπει ο ίδιος να μείνεις έκπληκτος με το αποτέλεσμα. Τότε θα ήταν το σωστό.
Όπως το καναρίνι Harzer Roller που μόλις ξεκινάει το τραγούδι του γέρνει το κεφαλάκι του στο πλάι, κατάπληκτο από τον εαυτό του. Κατάπληκτο από το κελάηδισμά του, νιώθει σαν να ακούει ήχους από μακριά.
Ναι. Θα έπρεπε να μένεις έκπληκτος από τον εαυτό σου - - - από τους παράξενους ήχους από μακριά.»

Καθόμασταν κοντά στη σόμπα πετρελαίου σαν μια αγγλική οικογένεια γύρω από το τζάκι. Δεν σκεφτόμασταν τίποτα κι όμως ήμασταν σκεφτικές, αλλά και ευχαριστημένες ταυτόχρονα.

-«Καρλότα, θυμάσαι το εβδομαδιαίο φεστιβάλ;»
-«Ω - - -»
-«Τρεις μέρες Madame Butterfly, δύο μέρες Forellen Quartett. Από το πρωί της Δευτέρας στολιστήκαμε με άσπρα μεταξωτά φορέματα και άσπρες βιολέτες.  Δεν κάναμε τίποτα όλη την ημέρα, περιμέναμε απλώς να έρθει το βράδυ»
-«Ω, θυμάμαι! - - - Πες, πες!»
Αλλά δεν είπα τίποτε.
Πήρα την εικόνα της Madame Butterfly, την έβαλα στα γόνατά μου και την κοιτάζαμε.
Butterfly - - -
Μετά δυνάμωσα την ορειχάλκινη σόμπα και το νερό στην μικρή του σιδερένια δεξαμενή άρχισε να θροίζει, να βουίζει, να μουρμουρίζει.  Γλυκιά ζέστη απλώθηκε πάνω μας.  Είχαμε νυστάξει.
Έτσι καθόμασταν πολύ, πολύ σιωπηλές στο μικρό, ζεστό δωμάτιο ενώ  έξω μαινόταν ο χειμώνας και βασάνιζε το τοπίο.
Τότε ήρθε ο ποιητής.
Φαινόταν άθλιος, διεφθαρμένος και ήταν παγωμένος, τόσο που ήταν τελείως απασχολημένος με τον εαυτό του και περπατούσε πάνω κάτω στο δωμάτιο.
-«Έλα στον σιδερένιο μας ήλιο», του είπα.
Κοίταξε την στεφανωμένη μάσκα του Μπετόβεν και την Butterfly.  Κοίταξε την ξανθιά Καρλότα μου, κοίταξε εμένα και τα κατάλαβε όλα.  Σαν να ήταν μαζί μας, δίπλα μας, μέσα μας.  Έτσι ήταν εκείνος,  δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα και έτσι σιωπούσαμε και οι τρεις σαν μετά από μια εξαντλητική συζήτηση. Καθόμασταν, τριάδα, κοντά στην καλόκαρδη σομπίτσα, η οποία έδινε το καλύτερο εαυτό της και ήταν πραγματικά ένας μικρός λαμπερός ήλιος.

Η Καρλότα ετοίμασε ζεστή λεμονάδα, στην πραγματικότητα σχεδόν απόσταγμα λεμονάδας, από πορτοκάλια, λεμόνια και μανταρίνια.  Ο ποιητής παρατηρούσε τις κινήσεις της στοργικά.
«Το θηλυκό - - -»,  ένιωσε, «το οποίο καλό δημιουργεί χωρίς να κουράζεται - - -»
Το δωμάτιο ευωδίαζε φλούδα μανταρίνι.
Πήρε τις φλούδες στο στόμα του και είπε:  «Η ιδανική αναπνοή - - -»

Τώρα μασούσαμε όλοι φλούδες μανταρίνι και νιώθαμε το άρωμα της αναπνοής μας.
«Εκπνεύστε στο πρόσωπό μου - - -», είπε ο ποιητής και εμείς υπακούσαμε χαμογελώντας.
Ο καθένας έπινε την ανάσα του άλλου χωρίς φιλί.
Ξαφνικά πήρε τις μασημένες φλούδες μου στο στόμα του - - -

Προκλήθηκε μια μικρή αμηχανία και η Καρλότα κοκκίνησε.
Εκείνος όμως είπε απλά:  «Κοίτα.  Το σάλιο σου είναι το σώμα σου, το πνεύμα σου, η ψυχή σου.  Έτσι σε πίνω μέσα μου, παντρεύομαι!»
Με τον ήχο των λέξεων  καταργήθηκε η αμηχανία, αν και ήμασταν απορροφημένοι, όπως κατά τη διάρκεια  μιας ιεροτελεστίας.
Όμως αμέσως το βάλαμε  στην καθημερινότητα με τα γέλια και τα χαμόγελά  μας,  το ισοπεδώσαμε,  το απαξιώσαμε, για να το αντέξουμε.
Παρ' όλα αυτά το νιώσαμε, το ιερό - - το ιδιαίτερο.
- - - -
«Ίσως να το ξέρετε - - -», είπε εκείνος,  «Ένας απέραντος έρωτας είναι στοιβαγμένος μέσα σας, είστε γεμάτες ποίηση και ύμνους για τον τάδε και το δήνα.  Πάνω σε βουνά κάθεστε και χτυπάτε τις άρπες. Τραγουδάτε προς τιμήν της Butterfly, της χειμωνιάτικης νύχτας,  των καταφύγιων.  Χρυσές άρπες κρατάτε σφιχτά στην αγκαλιά σας και τραγουδάτε τον εαυτό σας σε εκστάσεις, τη στιγμή που πιστεύετε ότι κάθεστε φρόνιμα και υποτονικά.  Όμως σε εμάς είναι όλα χλιαρής θερμοκρασίας, γιατί με τον καυτό μας λόγο βγάζουμε την βαθύτερη μας κάψα έξω και μακρυά από εμάς.  Όμως εσείς κορίτσια καίγεστε στη σιωπή.»

Έτσι μίλησε.
Καμιά από μας δεν ήξερε να δώσει μια σωστή απάντηση και νιώθαμε ότι έπεσε πολύ έξω και γενικά - - -
Μόνο η Καρλότα είπε:  «Φαίνεται πως τα λόγια είναι οι βαλβίδες μιας τεράστιας μηχανής δύναμης των ψυχών. Μάλλον σε εμάς υπάρχει σπάνια μια τόσο μεγάλη ένταση ώστε να νιώσουμε την ανάγκη να την  βγάλουμε με λόγια - - -»

'Ηπιαμε την υπέροχη λεμονάδα μας και ο ποιητής έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου χέρι.
Εγώ όμως ένιωθα:  «Μάγε, μη με οδηγείς με το απαλό σου χέρι - - - Εγώ, εγώ περπατώ - - - εσύ πέτα. Θα σε βλέπω μέχρι να εξαφανιστείς - - - και μετά θα συνεχίσω να περπατώ - - - Όμως θέλω να σε ακούω, φίλε μου, γιατί μπορεί να μιλάς για πράγματα που δεν είναι και θα έρθουν σε χίλια χρόνια»
Ο ποιητής κρατούσε το χέρι μου στο χέρι του.  Όμως  η Καρλότα κάθεται εκεί, σκεφτική, όπως οι άνθρωποι στα παγκάκια των κήπων ένα καλοκαιρινό, χλιαρό βράδυ - - -
Έξω, στο σκοτάδι, μαινόταν ο χειμώνας και βασάνιζε το τοπίο - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


ΥΓ
Αγαπητό Ημερολόγιο,
παρακαλώ να με συγχωρείτε για την παντελή έλλειψη του πληθυντικού στα κείμενά μου. Αυτή είναι η δική μου ΕπΑνάΣταση.
Πάντα δική σας
Χαντριλένα



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image