1910


Η διεύθυνση της ψυχιατρικής κλινικής του επέτρεψε μία δύωρη έξοδο από τις 6 ως τις 8 το βράδυ.
Η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα ζεστή και υγρή, αλλά ορισμένα αρώματα του λιβαδιού και κάποιες ανάσες του αέρα γεννούσαν υποψίες ότι η ευλογία της δροσερής νύχτας πλησίαζε.
Κάποιος φύλακας άνοιξε την πόρτα της κλινικής με έκφραση που έλεγε: « Τι με νοιάζει εμένα ξαπλώσεις στις γραμμές του τρένου, η αν γυρίσεις πίσω;»
O καταθλιπτικός ποιητής πήρε τον γκρίζο δρόμο που οδηγούσε στο επόμενο χωριό.
Παντού - μεταξύ φτώχειας, απόγνωσης και λιβαδιών που δεν φέρνουν τίποτα εξαιτίας της σκόνης - ειρήνη.

Πρώτα συνάντησε την εντεκάχρονη ηλιοκαμμένη κόρη του τσαγκάρη και της χάρισε ένα βλέμμα φιλίας και αφοσίωσης. Η μικρή απάντησε: «Ζω στη φυλακή. Σήμερα έλαβα για πρώτη φορά ένα ανθρώπινο βλέμμα- - -». Αυτό το είπε με αγνά απαλά μάτια, αλλά πιο καθαρά από πολλά λόγια που δεν λένε τίποτα.

Μετά είδε την δεκαεξάχρονη, πανέμορφη δεσποινίδα Λουλού στο παράθυρο ενός υπερυψωμένου ισόγειου:
«Το ξέρεις πως όλοι οι άντρες είναι άθλιοι ανελέητοι δολοφόνοι κοριτσιών με την δικιά σου ομορφιά;»
«Το ξέρω», απάντησε εκείνη με την υπέροχη ματιά της. «Προσωρινά είμαι ένα πολύτιμο εμπόρευμα. Όμως τουλάχιστον μπορώ ακόμα να επιλέγω εγώ τους δειλούς αγοραστές μου».
«Αμήν - - -»

Αργότερα συνάντησε την κυρία Β.
Αυτή τα είχε όλα πίσω της και έκανε βόλτα στο σκονισμένο λιβάδι και τον κοιταξε με μάτια γνώσης:
«Δεν θέλω καθόλου να βλέπω ούτε τα παράθυρα πίσω από τα οποία οι νέες περιμένουν τον παραμυθένιο κόσμο. Θα ήθελα να τις σφάξω όλες σαν χήνες, για να τις λυτρώσω από τα μακροχρόνια μαρτύρια. Οι άντρες μας παίζουν στο χρηματιστήριο της ζωής, όμως εμείς έχουμε τόση ελπίδα και ευγνωμοσύνη μέσα μας, που μπορούμε να κλαίμε αιώνια για μια ιδιαίτερη στιγμή - - -».

Και τότε πέρασε η δεκαεξάχρονη με τις δαντέλες της, τα όνειρά της και το καινούριο καπέλο από τη Βιέννη.
Η κυρία Β. πρόλαβε να προσέξει με πόση απέραντη αγάπη την κοίταζε ο κύριος από το σανατόριο και φώναξε: «Έτσι μπράβο! Ίσως έτσι να μην της κάνουν τόση εντύπωση πλέον τα παθιασμένα, καταστροφικά, κακόφημα βλέμματα των άλλων»
Μετά συνέχισε τη βόλτα της στα σκονισμένα λιβάδια.

Εκείνος προχώρησε και πιο πέρα πέρασε μπροστά από μια σκονισμένη εικόνα ενός αγίου που φαινόταν σαν την εφτιαξε αδέξια κάποιο παιδί. Και από μέσα του είπε στον άγιο: «Όποιος και να είσαι, δώσε σ' αυτήν την δεκαεξάχρονη την εμπειρία της κυρίας στα σκονισμένα λιβάδια και την δικιά μου - - -»
Ένας συγγραφέας παλαιότερης ημερομηνίας θα έλεγε: « Και τότε ο άγιος με κοίταξε τόσο περίεργα, τόσο ευγενικά, με τόση κατανόηση - - -», αλλά ο μοντέρνος ιμπρεσσιονισμός, ο ρομαντικός ιδεαλισμός ανάγκασε τον κύριο από το σανατόριο να γράψει αργότερα, ότι η έκφραση του άγιου δεν άλλαξε καθόλου, σαν να του ζήτησε αυτή τη φορά κάτι που ήταν αδύνατο - - -

Η δεκαεξάχρονη ανέβαινε με απίστευτα ελαστικό και φτερωτό βήμα τον σταχτόγκριζο σκονισμένο δρόμο. Ήξερε πως μπορούσε να τους έχει όλους, αλλά ποιον από όλους θα έπρεπε να θέλει, αυτό δεν το ήξερε.



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα


SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image