Πέφτει το θερμόμετρο...




Εκείνος κρατούσε στη βόλτα τη ζακέτα της, από έξω ανοιχτό καφέ, από μέσα λιλά μετάξι.
Τό άρωμα του μεταξιού τον μεθούσε, τον συγκλόνιζε... Εισέπνεε το άρωμα που είχε εισρεύσει από το γλυκό, ζεστό, ambra κορμί της στο απαλό μετάξι,  extrait fleure du nAnita...
«Γιατί κρατούσες τη ζακέτα της σε όλη τη διαδρομή;», ρώτησε η κυρία  Ίσλα,  «σε ευχαριστεί αυτό;»
«Από ευγένεια», είπε εκείνος, «είναι μια ζακέτα σαν όλες τις άλλες...»
Στο μικρό πανδοχείο στην ακτή,  πάνω στο γρασίδι με τις αχλαδιές, ήταν μια κούνια.
«Κούνησέ με...»,  είπε η κοπέλα.
Κάθε που πετούσε προς τα πάνω του, εκείνος ένιωθε μια τεράστια εγγύτητα, μερικές φορές άγγιζε το φόρεμά της, μια φορά μάλιστα......
«Κούνια;!», ξεφώνησε η κυρία Ισλα. «Μα αυτό είναι παιδιάστικο. Κάτι τέτοιο βλέπεις μόνο σε εικογραφημένα βιβλία,  ποτέ δεν είδα να το κάνουν μεγάλοι άνθρωποι...»
Εκείνος σιωπούσε.
Όταν ξάπλωνε με την κοπέλα πάνω στο λόφο, στο στεγνό, ζεστό γρασίδι, στον βραδινό ήλιο, άγγιξε απαλά το χέρι της... ο αέρας φυσούσε τρυφερά... ένα πουλί έκανε «χι χι χι  χι χια»...  μετά ο ήλιος βυθίστηκε... ο αέρας φυσούσε ψυχρά.
«Πως ήταν;», ρώτησε η κυρία Ισλα.
«Πολύ όμορφα... Είναι ζεστά και στεγνά... μετά πέφτει το θερμόμετρο... ο βραδινός ήλιος λάμπει...  η λίμνη έχει χαλκοκόκκινες και σμαραγδένιες ρίγες...  ξαφνικά γίνεται μολυβδένια...  το θερμόμετρο πέφτει και τα λιβάδια αρχίζουν τα μοσχομυρίζουν και να υγραίνονται...»
...
Το επόμενο βράδυ η κυρία Ίσλα κοπηλατούσε μόνη της σε μια μικρή βάρκα κατά μήκος της ακτής...
Και τότε ήρθε η παχιά σκουροπράσινη γραμμή των καστανόδεντρων στο γκρίζο κυκλώπειο τοίχος της προκυμαίας...΄μετά μια ξύλινη μικρή βίλλα που μέσα της πέθαινε ένας ποιητής... μετά μια μεγάλη πέτρινη έπαυλη  με σιδερένια μανουάλια που μέσα της πέθαινε ένας γάμος και άνθιζαν δυο παιδιά... μετά ήρθε ο κήπος μιας Δούκισσας που έχασε ένα γιο που ποτέ δεν ήταν δικός της...
κλαδιά φουντουκόδεντρων κρέμονταν πάνω από το νερό... μετά ήρθαν λιβάδια με βαλτόχορτα και χρυσές πικραλίδες... μετά ήρθαν οι καλαμιές με καφετιά φτερά... και θρόιζαν... όπου ο ποιητής θα έλεγε:  «...και ψιθυριζαν ιστορίες, ιστορίες....»... μετά ήρθαν λιβάδια που ήταν απλώς εκεί, τελείως ακίνητα...
Η κυρία Ίσλα καθόταν σκυφτή στη μικρή της βάρκα και απολάμβανε τη βραδινή γαλήνη...



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image