Άραγε ακούς τον πυροβολισμό που σε σκοτώνει;



Όταν ο άνεμος βρυχάται στις παλιές μηλιές, είναι αλλιώς...
Όταν θροϊζει στις κορφές των πεύκων, είναι αλλιώς...
Όταν φυσάει πάνω από τα χωράφια, είναι αλλιώς...
Όταν μουρμουρίζει μέσα στους θάμνους, είναι αλλιώς...
Όταν ορμάει μέσα στα λιβάδια, είναι αλλιώς...
Όταν χαϊδεύει παθιασμένα τις τριανταφυλλιές, είναι αλλιώς...
Όταν ψιθηρίζει στις σημύδες, είναι αλλιώς...
Όταν ένας λαβωμένος λαγός φωνάζει, είναι αλλιώς...
Όταν ένα μισοπαγωμένο κοράκι κράζει, είναι αλλιώς...
Όταν ένα αιχμάλωτο καναρίνι προσπαθεί να φτερουγίσει, είναι αλλιώς...
Όταν ένα χαμένο σκυλί ουρλιάζει, είναι αλλιώς...
Όταν στην κούνια του ένα μωρό ανασαίνει σιωπηλά, είναι αλλιώς...
Πάντα είναι αλλιώς, όμως κανείς δεν το ακούει

..........

Ο Λούτβιχ άκουγε βαθιά μέσα του τους θόρυβους όλου του κόσμου.
Το κονσέρτο της καταιγίδας...
Το κονσέρτο της σιωπής...
Το κονσέρτο της διαμαρτυρίας...
Το κονσέρτο του χαχανητού...
Και τα μετέφερε.  Όπως τα βουνά μεταφέρουν την ηχώ
........

Τα κουπιά τραγουδούσαν στο νερό... και τραγουδούσαν... και μετά σιώπησαν... και ήταν σιωπηλά για ώρες... και μετά τραγουδούσαν πάλι, ώσπου αργότερα κάποιος είπε στον κήπο του σπιτιού:
«Θα τα ακούω ώσπου να ξεθωριάσει ο ήχος τους στη σιωπή της νύχτας».
........

Ένα έπιπλο έτριξε - ήταν χειμώνας - 3 το πρωί και το παιδί ξάπλωνε μέσα σε αγωνία θανάτου, σε ιδρώτα θανάτου, ως τα ξημερώματα. Κάτι σέρνεται και έρχεται να το σφάξει - - - Μαμά, μαμά!
........

Η κοιμωμένη χτύπησε τον αγκώνα της στο κομοδίνο και άκουσε έναν υπόκωφο ήχο.
Κάποιος άγγιξε τον αγκώνα της τρυφερά, το φύσηξε, «φου!» και είπε σιγανά: «Κοιμήσου μικρούλα».
Μετά ένας αναστεναγμός - ο δικός της; - και μετά πάλι σιωπή.
.........

Άκουσα στο δάσος έναν πυροβολισμό και πέθανε ένα ελάφι.
Άκουσα στον κήπο έναν πυροβολισμό και πέθανε μια κίσσα.
Άκουσα έναν πυροβολισμό και πέθανε μια νέα γυναίκα
Άραγε θα ακούσεις τον δικό σου πυροβολισμό πριν πεθάνεις;
..........

Ο αγαπημένος μου έπλενε τα δόντια του και έκανε μελωδικές γαργάρες, έφτυσε σαν μια μικρογραφία καταρράχτη, από ένα ροζ στόμα μέσα σε μια κάτασπρη, μεγάλη πηγή.
Και του είπα: «Απάτησέ με με έναν άμουσο άνθρωπο. Τότε αυτός δεν θα έχει τουλάχιστον τη χαρά να ακούει τη μελωδία της γαργάρας σου όταν πλένεις τα δόντια σου».




Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image