Κοιμήσου... Κυματοθραύστη... κοιμήσου...!



Το μικρό δωμάτιο μυρίζει σαν λιβάδι στο βουνό. Παντού στο χώρο υπάρχουν γλάστρες με παχιές τούφες Daphne Cneorum...

«Daphne Cneorum...», λέει εκείνος όταν μπαίνει και νιώθει τα λουλούδια με το φίνο άρωμα και τα χρώματα τους. Σκέφτεται βουνοπλαγιές και ηλιαχτίδες...

«Άσε τα λουλούδια μου...«, λέει εκείνη, »τι κερδίζεις που ξέρεις το όνομά τους;».

Και μετά γδύνεται και πέφτει στο κρεβάτι.

«Δε μου λές; Τι εννοούσε ο Ζανμπώ; Δεν θα έρχεστε πια; Είναι αλήθεια;»

«Όχι», λέει εκείνος, «Είναι η κρίση, δεν έχουμε λεφτά και ο κόσμος άρχισε να μιλάει. Είμαστε πορνόβιοι;... Ε, λοιπόν!»


Σιωπή.


«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα...», λέει εκείνη απαλά...

Εκείνος νιώθει το άρωμα αγνής γυναικείας αναπνοής και βουνού. Εκείνη ξαπλώνει ακίνητη.

«Λυπάμαι πολύ... ήμουν πολύ περήφανη για σας... πάντα έλεγα "οι φίλοι μου.." μάλλον φέρθηκα αδέξια, καλύτερα να έπαιζα θέατρο, μια κωμωδία...»

«Κουκλάκι... κοριτσάκι...», λέει εκείνος και τη φιλάει στο μάγουλο.

«Είστε ευγενείς άνθρωποι... σαν μετάξι. Γιατί ήρθατε; Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αυτό σκέφτομαι συνεχώς, "Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα". Δεν μπορώ να το πω αλλιώς, αλλά αυτό είναι που σκέφτομαι... Βλέπεις, κι εγώ μπορώ να σκέφτομαι... Ο Ντάμιεν είναι τόσο τρυφερός... Πρέπει να σου πω μια ιστορία, αλλά να μην την πεις πουθενά. Μια φορά μου είπε: "Νυστάζεις, Άννα, κοιμήσου...". "Γι΄ αυτό ήρθαμε εδώ;" τον ρώτησα. "Σέβομαι τη νύστα", μου είπε. Πες, δεν είναι τρυφερό αυτό; Και μετά κοιμήθηκα στ΄ αλήθεια... Αλήθεια! Δεν το ήθελα, αλλά τόλμησα, κοιμήθηκα... αφού μου είπε "Άννα κοιμήσου"...»


Σιωπή...


Αναστενάζει.


Σιωπή...


«Είστε ευγενείς άνθρωποι... Σαν μετάξι... Λυπάμαι πολύ...»


Σιωπή...


«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα... Πες τού Ζανμπώ...»


«Τι να του πω»


«Τίποτα...»


Σιωπή...


«Γιατί ήρθατε; Για ποιο λόγο; Δεν το καταλαβαίνω... Νομίζω πως θα στεγνώσω...»


Το δωμάτιο μυρίζει Daphne Cneorum. Εκείνη σηκώνεται από το κρεβάτι και κάθεται στην πολυθρόνα.

Μετά ανοίγει τις περσίδες και το πρωινό χύνεται μέσα σαν ρέμα του βουνού.


«Κάνε σκοτάδι...», λέει εκείνος.



Εκείνη κατεβάζει τις περσίδες και ξαπλώνει πάλι στο κρεβάτι.

«Είχα τρεις φίλους... τρείς φίλους... Αυτό δεν το καταλαβαίνει ο μαύρος Μπόμπ... αυτό το ανθρωποειδές... η καρδιά μου πονάει τόσο...»


«Εντάξει, θα ξαναέρθουμε, αλλά τι θα κερδίσεις; Τον Ιούλιο θα φύγουμε όλοι, έτσι κι αλλιώς. Ο Ζανμπώ θα πάει στη θάλασσα, ο Ντάμιεν στο βουνό...»

Εκείνη: «Σας εμποδίζω;... Σας εμποδίζω;...»

Και αποκοιμιέται.


Εκείνος νιώθει, «Κοιμήσου... Κυματοθραύστη...». Και σκέφτεται, »Σαν την ανόητη μοίρα είμαστε... ανοίγουμε μια καρδιά, ανοίγουμε τις άσπρες πύλες της φιλίας, το φως χύνεται μέσα σαν τον καταρράχτη του βουνού... και μετά λέμε, «Είμαστε πορνόβιοι;..Ε, Λοιπόν!..." Έτσι είναι η ζωή νομίζουμε... Μια υπέροχη δικαιολογία...».


Το δωμάτιο μυρίζει Daphne Cneorum. Θυμιάμα των λιβαδιών είναι...«


Η φτωχή ψυχή κοιμάται.


Κοιμήσου... Κυματοθραύστη... κοιμήσου...!





Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα






SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image