Υδρογόνο κι οξυγόνο




Η ζωή γλίστρησε δίπλα της - - δεν την καταδέχτηκε και χάθηκε - - κάπου - - κι αυτή καθόταν  στην κουζίνα, στο παιδικό, στο σαλόνι, στην κρεβατοκάμαρα και άκουγε τις πόρτες που βροντούσε η ζωή και τα θορυβώδη της βήματα.

Ήξερε πόσο άπληστα σμίγουν οι σταγόνες του υδράργυρου μεταξύ τους; Ήξερε πως σμίγει το υδρογόνο με το οξυγόνο, πως σμίγουν όλα τα χημικά ζευγάρια;
Όχι.Εκείνη γνώριζε μόνο τις μηχανικές συνδέσεις, την αγάπη των γονιών, την αδερφική αγάπη, τις φιλενάδες,  τα καμάκια, τον συμπαθητικό σύζυγο, τα γλυκά παιδιά της σε ρόζ και γαλάζιο κρεβάτι. Πουθενά στις αναμνήσεις της μια χημική ένωση με φωτιά και σπίθες, με ανυπόφορη ένταση... σαν εκείνες τις βόμβες... δεν θυμάμαι το όνομα τους...

Μια μέρα στεκόταν στο παράθυρο και τον είδε να περνάει. Και από τότε τον περίμενε - νύχτα μέρα.Η ευτυχία ήταν η στιγμή που εκείνος περνούσε , η δυστυχία  ήταν η στιγμή που εκείνος έφευγε.
Εκείνος έρχεται, φεύγει, φεύγει, έρχεται.. και γοητευμένος από τις ιερές δυνάμεις της λαχτάρας της,  όλο και πλησίαζε - πλησίαζε - πλησίαζε, ώσπου μια μέρα βρέθηκε πάνω στα χαλιά, πάνω στις σκάλες, μέσα στην κρεβατοκάμαρα, πάνω στο κρεβάτι και μέσα στην αγκαλιά της.
Ερχόταν, έφευγε - ερχόταν, έφευγε... έφυγε και δεν ξαναήρθε.

Το έμαθε ο "κόσμος" - εκείνος ο ερασιτέχνης - και δεν μιλούσε για τις χημικές ενώσεις, για ένταση και λύτρωση μεσα στους ιερούς αποστακτήρες. Μιλούσε για μηχανικές ενώσεις και τέτοια...Τον ρωτούσες , «παρακαλώ - - υδρογόνο και οξυγόνο...;!; ε;;» -   και εκείνος απαντούσε,   «είναι οι άνθρωποι άψυχα στοιχεία;;;  Ορίστε λοιπόν!»
Και το ένα στοιχείο από τα δύο στοιχεία που είχε λυτρωθεί από την ένταση, έλεγε στον ερασιτέχνη κόσμο,  πως δεν την αγάπησε ποτέ - -  πως ήταν μια σειρήνα, ήτανε μια Κίρκη που τον μάγεψε, που τον παρέσυρε...  την δήλωση αυτή την χρωστούσε στον εαυτό του, στην οικογένεια, στη γυναίκα του, τη χρωστούσε στην κοινωνία γενικά...

Το εγκαταλειμένο στοιχείο καθόταν στην πολυθρόνα του, στο μοναχικό σαλόνι.Είχει έρθει η ζωή, σταμάτησε για λίγο, έφερε ευτυχία και καταστροφή και τώρα έφευγε ικανοποιημένη... Το στοιχείο άκουγε πάλι τα θορυβώδη της βήματα και τις πόρτες που βροντούσαν.
Εκείνη τα είχε δώσει  όλα και εκείνος τα πήρε  και έφυγε  και δεν ξαναήρθε  και τώρα την χλεύαζε στη κοινωνία, στον ερασιτέχνη κόσμο.
Ξαφνικά σηκώθηκε από την πολυθρόνα της στο μοναχικό σαλόνι,  στάθηκε σαν λαμπάδα,  άπλωσε τα χέρια της μπροστά,  τέντωσε  τα δάκτυλά της, είπε,   »καταραμένος να ΄σαι!« και κάθησε πάλι.    Όμως ξαφνικά είδε την παλιά της ζωή να πλησιάζει σαν φάντασμα...  μάλλον σαν μηχανικός, σαν παλιάτσος - - - την αγάπη των γονιών,  την αδερφική αγάπη,  τις φιλενάδες,  τα καμάκια, τον ευγενικό της σύζυγο,  το γλυκά παιδιά της σε ρόζ και γαλάζιο κρεβάτι.
Και μετά είδε τον εαυτό της στο παράθυρο να περιμένει - - - και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της, στάθηκε σαν λαμπάδα,  άπλωσε τα χέρια της μπροστά, τέντωσε  τα δάκτυλά της και είπε:   »Ευλογημένος  να 'σαι!«






Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image