Πρίν την πτώχευση



Η μητέρα κάθεται με τις δύο κόρες της στο "Μουσικό Κήπο"...
Έχει ψύχρα...
Πότε πότε θροϊζουν τα πλατάνια και βρυχώνται συγχρονισμένα...
Γύρω από το συντριβάνι οι ίριδες  κουνιούνται σαν εκκρεμές...
Οι κόρες φορούν ανοιξιάτικες πλεκτές ζακέτες από καφέ κασμίρ και έχουν λευκά λουλούδια στα μαλλιά

»Ειδοποίησες τη δασκάλα χορού;«, ρώτησε η γυναίκα τη μεγάλη της κόρη.
»Το ξέχασα...«, είπε η Σάσσυ.
»Το ξέχασες;;«
»Ναι το ξέχασα... Τα κουβαλάς όλα μαζί σου μαμά! Είμαστε σε έναν κήπο. Εγώ τα αφήνω όλα στο σπίτι...«
»Εσύ...«
»Ναι εγώ...Να απελεθερώνεσαι είναι τέχνη«
Η μικρότερη αδερφή βάζει το άσπρο χέρι της πάνω στο χέρι της φύσης και εκείνη είπε, »θα μπορούσες να κάνεις ένα ποίημα, «Οι ίριδες στο πάρκο»...

Έρχεται ο πατέρας με το γιο του...
»Χωρίς ζακέτα!«  - λέει η γυναίκα...  «δεν είσαι πια ένα μικρό αγοράκι, Ζώρζ:«
»Δεν ήξερα ότι κάνει κρύο«,  είπε εκείνος.
Ο Πήτ, ο γιός, προς τα κορίτσια:  »Είστε πολύ όμορφες«
Σάσσυ:  »Ποιο κομμάτι παίζει η μπάντα αυτή τη στιγμή;«
Πητ:  »Δεν το ξέρεις; Ντροπή σου! «Μανόν»«
Εκείνη:  »Επιφανειακή μουσική«...

Παύση

Πήτ:  »Αυτός ο κήπος υπάρχει 150 χρόνια και μπάντα παίζει ανέκαθεν oldies. Σε διακόσια χρόνια θα παίζει ακόμα, μπορεί εδώ που καθόμαστε εμείς να κάθονται  άνθρωποι που μπορούν να πετάνε, η δέκα χιλιάδες αράχνες«...
»Δεν μου αρέσει«, είπε η Σάσσυ.
Η Νάννυ σηκώνεται και κάθεται δίπλα στον πατέρα της...
»Κρυώνεις«,  του λέει η γυναίκα, »να έβαζες τουλάχιστον πιο χοντρές κάλτσες«
Η μικρή κόρη νιώθει: »Τρέμει, δεν κρυώνει...«
Σάσσυ:  »Πως είναι δυνατόν να αρέσει στον κόσμο ο Μασσενέ; Είναι σιροπιαστός σαν μπακλαβάς. Γιατί δε μιλάς μαζί μου για το Μασσενέ ... Πητ; Με θεωρείς ανάξια;«
»Άστον...«, λέει η μητέρα,  »έχει τις κακές του, δεν βλέπεις;«
Ο Πητ χλωμιάζει....

Κάνει κρύο...
Τα πλατάνια θροϊζουν και βρυχώνται συγχρονισμένα...
Γύρω από το συντριβάνι οι μωβ ίριδες κουνιούνται σαν εκκρεμές...
Η Νάννυ τραγουδάει μέσα της,  »Εσείς, ίριδες στο πάρκο...«

»Να φάμε«, λέει η γυναίκα
Σάσσυ: »Θα πάρω τηγανιτό κοτόπουλο με ζελέ βερίκοκο«
»Κι εσύ; «, η γυναίκα στην μικρή της κόρη.
»Δεν ξέρω...«
»Εσύ Ζώρζ;«
»Δεν θα πάρω τίποτα«
Πητ:  »Ο μπαμπάς πρέπει να φάει, δεν έφαγε τίποτα το μεσημέρι και γενικά...«
»Δεν θα πάρω τίποτα«
Η γυναίκα: »Φυσικά. Όταν κρυώνεις...«
Η Νάννυ νιώθει:  »΄Οταν τρέμεις...«
»Τότε ας πάμε όλοι στο σπίτι«,  είπε η γυναίκα,  »θα πάρουμε κάτι απλό στο δρόμο κι εσύ Σάσσυ να επικοινωνήσεις αμέσως με τους δασκάλους σου«.
»Ας ακούσουμε αυτό το κομμάτι...«, διαμαρτυρήθηκε η Σάσσυ, »είναι η Ouverture Tannhauser«.
Η Ouverture αρχίζει...

Οι απόσκοσμοι προσκυνητές έρχονται σιγά σιγά μέσα από το πευκόδασος...
Τα βιολιά ανεβαίνουν στον ουρανό... συγχρονισμένα... σε φωτεινές, χρωματιστές σπείρες... ψηλά...όλο πιο ψηλά...στο Αιώνιο..

Κάνει κρύο...
Πότε πότε θροϊζουν τα πλατάνια και βρυχώνται συγχρονισμένα...
Οι ίριδες κουνιούνται σαν εκκρεμές...
Η Σάσσυ ακούει... τα βιολιά ανεβαίνουν στον ουρανό, σε φωτεινές, χρωματιστές σπείρες...

Η Νάννυ βάζει το άσπρο χέρι της πάνω στο χέρι του πατέρα της...

Τα βιολιά ανεβαίνουν στον ουρανό, σε φωτεινές, χρωματιστές σπείρες...



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα






SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image