Το ποντίκι



Ο συγγραφέας εγκαταστάθηκε σε ένα ήσυχο δωμάτιο του παλιού ξενοδοχείου με δύο ζευγάρια κάλτσες και δύο τεράστια μπουκάλια βότκα, για απρόβλεπτες περιπτώσεις.
»Παρακαλώ« είπε ο σερβιτόρος του δωματίου, »να αναθέσω να φέρουν τις αποσκευές σας;«
»Δεν έχω«
»Θέλετε πορνό;« ρώτησε ο σερβιτόρος.
»Ναί«
»10 ευρώ την ημέρα. Μπορείτε αν θέλετε να έχετε και Natiolal Geographic«
»Όχι, ευχαριστώ«

Τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε το ποντίκι.
Πέρασε κάτω από το τραπέζι, πίσω από το κομμοδίνο, κάτω από την καρέκλα, αλλά μη έχοντας μακρόπνοα σχέδια και αντικρίζοντας το συγγραφέα, εξαφανίστηκε πάλι στο σκοτάδι, κάτω από το ντουλάπι.Το άλλο πρωί ο συγγραφέας διαμαρτυρήθηκε στην καθαρίστρια: »Ακούστε. Χθες τη νύχτα ήταν ένα ποντίκι στο δωμάτιό μου...«.
»Δεν υπάρχουν ποντίκια εδώ και δεν θα ανεχτούμε μια τέτοια φήμη για το ξενοδοχείο μας!«, απάντησε η καθαρίστρια.
Μετά διαμαρτυρήθηκε στο σερβιτόρο. »Ακούστε. Στο δωμάτιό μου είναι ένα ποντίκι και η καθαρίστρια είναι αγενής...«
»Κοιτάξτε, στο ξενοδοχειο μας δεν υπάρχουν ποντίκια και δεν θα ανεχτούμε φήμες...»
Την ώρα που έβγαινε από το ξενοδοχείο τον παρατηρούσαν ο θυρωρός, δύο καθαρίστριες, ο σερβιτόρος και ο διευθυντής, έτσι όπως παρατηρείς κάποιον που ήρθε με δύο ζευγάρια κάλτσες, δύο τεράστια μπουκάλια βότκα και άρχισε να βλέπει ποντίκια...
Το βιβλίο του «και όχι αυταπάτες προπαντός» ήταν συχνά ανοιχτό πάνω στο κομμοδίνο του και μια φορά έπιασε την καμαριέρα να το διαβάζει.
Είχε θαφτεί τελείως η αξιοπιστία του, όμως από την άλλη στο «ποντίκι» ώφειλε τη νέα του αναδυόμενη αύρα που κρατούσε τους συνανθρώπους του σε απόσταση. Τους έκανε να τον αφήνουν ήσυχο, να δέχονται τις όποιες αδυναμίες και ιδιοτροπίες του και να του συμπεριφέρονται εξαιρετικά δοτικά, όπως το συνηθίζουν οι άνθρωποι με τους αρρώστους.
Το ποντίκι όμως εμφανιζόταν κάθε νύχτα, έξυνε την ταπετσαρία και συχνά ανέβαινε πάνω στην καρέκλα και τον κοίταζε.

Μια μέρα ο συγγραφέας αγόρασε μια ποντικοπαγίδα και ένα κομμάτι μπέικον.
Με την παγίδα στο χέρι πέρασε επιδεικτικά μπροστά απο τον διευθυντή, το θυρωρό, το σερβιτόρο και τις καμαριέρες, πήγε στο δωμάτιο του και την τοποθέτησε κάτω από την καρέκλα.
Το επόμενο πρωί βρήκε το ποντίκι στη φάκα, το έπιασε από την ουρά και με το ποντίκι στο χέρι βγήκε νωχελικά στο διάδρομο και άρχισε να κατεβαίνει αργά και περήφανα τη σκάλα.
Κατεβαίνοντας όμως θυμήθηκε πόσο ευαίσθητα αντιδρούν οι άνθρωποι όταν τους πιάνεις επ' αυτοφώρω - και άλλαξε γνώμη.
Αν τους εξέθετε θα εξατμιζόταν με μιας η αύρα του συγγραφέα με τα δύο τεράστια μπουκάλια βότκα και το βιβλίο με τον τίτλο «και όχι αυταπάτες προπαντός», που βλέπει ποντίκια εκεί που ποντίκια δεν έχει. Από τη μια στιγμή στην άλλη θα ήταν πάλι ένας «κοινός πελάτης», δηλαδή ένας πελάτης της ντροπής.
Έριξε το ποντίκι στην λεκάνη της τουαλέτας, πάτησε το καζανάκι και τοποθέτησε την άδεια παγίδα κάτω από την καρέκλα.
Από τότε και μετά όλοι του συμπεριφερόταν με περισσότερο τρυφερό σεβασμό και απέφευγαν να τον ταράζουν, όπως κάνουν με τα άρρωστα παιδιά και όταν επιτέλους έφυγε, ενιωσαν λύπη που τον έχασαν, παρόλο που πήρε μαζί του μόνο δύο ζευγάρια κάλτσες, δύο άδεια μπουκάλια βότκα και μια ποντικοπαγίδα.



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα


SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image