Ναννούλα, μικρή χαζούλα. Ήσουν μια κακιά κότα!





»Νάννυ, φέρε μου σε παρακαλώ το - - - «
»Η υπηρέτρια σου είμαι; Είσαι πολύ αστείος«
Η αδερφή της κοίταξε σοκαρισμένη.
Εκείνος χλώμιασε. Ένιωθε τα δάκρυα στο νευρικό του σύστημα, στο εγκεφαλικό του σύστημα, στο νωτιαίο μυελό, ως κάτω στα γόνατα. Κυλούσαν με πίεση μέσα στους σωλήνες των οστών του, έβγαιναν από τους πόρους του και έτρεχαν πάνω στο δέρμα του. Όπως λένε «λουσμένος στα δάκρυα».
Εκείνη επανέλαβε: »Είμαι η υπηρέτρια σου; Τι πιστεύεις;«
Εκείνος έφευγε αργά: «Θα πέσω;«, σκέφτηκε. Εφευγε πολύ αργά.
Στο δρόμο έβγαλε ένα μανταρίνι από την τσέπη του και το αφήσε να πέσει κάτω στο χιόνι. Εκείνο θάφτηκε σαν σε βαμβάκι - - το χρυσό φρούτο της Μεσογείου. Άφησε και ένα δεύτερο να πέσει και το τρίτο το έβαλε πάνω στο άσπρο σκουφάκι μιας μεγάλης πέτρας.
»Τότε δεν θα φάει άλλα μανταρίνια«, σκέφτηκε.
Όταν έφτασε στο σπίτι του στάθηκε μπροστά στο τζάκι, έβαλε λίγα ξύλα κάτω, πολλά κάρβουνα από πάνω και το άναψε. Τα ξύλα έσκαγαν με εκείνο το υπέροχο »τσακ!«.
»Ε!«, είπε, »εσείς φωνάζετε αλλά δίνετε μόνο μια φωτοβολίδα, αντίθετα τα κάρβουνα είναι βουβά και καίνε πολλή ώρα μέσα τους«.
Έκανε τσάι, άναψε ένα πούρο, ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και άρχισε να κλαίει.

.....

»Καλημέρα κύριε Β.« είπε την άλλη μέρα η αδερφή της Νάννυς, »πως είστε; - - Μάλωσα τη Νάννυ και τη ρώτησα πως μπορεί να είναι έτσι με έναν τόσο ευγενικό κύριο - - και ξέρετε τι μου απάντησε; "και πότε να είμαι έτσι; όταν θα γεράσω;" - - είναι ένα παλιοκόριτσο!«.
Ο κύριος στεκόταν άκαμπτος.
»Που βλέπετε;«, ρώτησε το κορίτσι, »αχ, μην της δίνετε σημασία«.
Αυτός όμως άκουγε τους ψηλούς τόνους, τη φιλαρμονική μιας βασίλισσας της ζωής. Μιας βασίλισσας του προδοτικού βασίλειου «Αντρική Καρδιά», η οποία κυριαρχούσε με τυρρανικό τρόπο, πάνω στο θρόνο της ομορφιάς και της νιότης της.
»Και πότε να είμαι έτσι«, είχε πει! »όταν θα έχω χάσει το θρόνο μου;«.
Σαν τον Καίσαρα Βοργία τη φαντάστηκε, να περπατάει με μακρυά μωβ ρόμπα πάνω σε γυμνές, γκρίζες ψυχές, άντρες!
»Φαίνεστε ταραγμένος«, είπε η αδερφή της Νάννυ. »Πείτε της πως είνα ένα παλιοκόριτσο.. Είναι αγενής, πρέπει να μάθει τρόπους«.
»Όχι« είπε εκείνος και έβγαλε τρία μανταρίνια από την τσέπη του, »να της τα δώσεις«.
»Θα τρελαθήκατε! Θέλετε να την κακομάθετε ακόμα πιο πολύ;«.
Αυτός πήρε τα μανταρίνια, τα έβαλε σε ένα κουτί και τα έδωσε σε κάποιον γνωστό να της τα πάει, «Για τη Νάννυ». Και ένιωθε: »Υψηλοτάτη, βασίλισσα Ερμιόνη, βασίλισσα της ζωής, βασίλισσα Άνοιξη, βασίλισσα Δύναμη«.
Την επόμενη μέρα έλαβε ένα άσπρο πακέτο και μέσα σε μεταξωτό χαρτί ήταν τυλιγμένες οι φλούδες των μανταρινιών.
»Βασιλικό πείσμα«.
Όμως δεν την χαιρετούσε πια, δεν της έστελνε μανταρίνια, αποσύρθηκε και ονειρευόταν: »Βασίλισσα - - -«

...

Μια μέρα, χρόνια μετά, μπήκε στο μαγαζί που εκείνη δούλευε και την είδε κουλουριασμένη σε μια καρέκλα με ένα γράμμα στο χέρι. Είχε το ύψος των γονάτων της, τα μεταξένια μαλλιά της πλαισίωναν σαν φωτοστέφανο το κεφάλι της και έτρεμε κάπως.
Σκέφτηκε: »Regina Tristessa - - - Σήκω επάνω!!«.

...

Την ίδια μέρα της έστειλε πάλι τρία μανταρίνια.
Περίμενε τρεις μέρες τις φλούδες και επιτέλους ήρθε ένα γράμμα: »Σε ευχαριστώ πολύ«.
Και τότε ένιωσε: »Η Νάννυ δεν είναι πια βασίλισσα, έγινε ζητιάνα, ζητιάνα, ζητιάνα!«
Όλες οι λέξεις με "ζητώ" χύμηξαν στο μυαλό του - - -
Φου! Εξατμίστηκε η μαγεία. Άρχισε να κινείται, να ζεστένεται, να γίνεται ανθρώπινος - - -
»Νάννυ, υπάλληλος«, σκέφτηκε - - -
Έγραψε ένα γράμμα και της το έστειλε αμέσως.
»Ναννούλα, μικρή χαζούλα. Ήσουν μια κακιά κακιά κότα!- - Ένας Βασιλιάς«.



Άνα Ζουμάνη
εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image