Η ερημίτρια των έξι μονοπατιών




Η Σασίτα στεκόταν κοντά του και ακουμπούσε επάνω του. Πήρε το χέρι του στα μικρά της χέρια και το κρατούσε σφιχτά. Πότε πότε το πατούσε απαλά στο στήθος της.
Ήταν μόλις δέκα χρονών.
«Η Σασίτα είναι φιλάνθρωπος» είπε η μητέρα της στον  άντρα, «ενώ η Νανίτα είναι αλλιώς... είναι φυσιολάτρης, αγαπάει την μοναξιά, την φύση και τα ζώα. Μόλις χάρισε την καρδιά της σε ένα κίτρινο κυνηγόσκυλο, τον κύριο Βουνίδη που της συστήθηκε χθες. Σήμερα έχει τις τσέπες της γεμάτες ζάχαρη…αλλά είναι μια άτυχη αγάπη».
»Γιατί άτυχη ..; !«  φώναξε το παιδί, «αφού τον αγαπώ! Τον σκέφτομαι συνεχώς. Αυτό δεν με κάνει ευτυχισμένη ; !»
Η Νανίτα ήταν επτά χρονών, εύθραυστη και χλωμή.
...
Η Σασίτα είπε, «η Νανίτα είναι υπερβολική - !»
«Γιατί;!» ρώτησε η Νανίτα και χλώμιασε...
«Ναι, είναι υπερβολική ..! Θέλει να γίνει "ερημίτης των έξι μονοπατιών" στις Άλπεις και θέλει να μάθει λύρα!»
«Εκείνος ο άνθρωπος στο Νιγκς έπαιζε τόσο όμορφα λύρα και τραγουδούσε! Και ούτε ήξερε πόσο ωραία τραγουδάει..! Καθόταν αολώς και τραγουδούσε...», μουρμούρισε η Νανίτα.
«Η  Νάννυ έχει μία αλτ φωνή και στιχουργεί τα τραγούδια της μόνη της. Το πρωί όταν ξυπνάει συχνά τραγουδάει, "Ω, τα βουνά μου, τα βουνά μου..!", όμως παρ' όλα αυτά είναι υπερβολική», ξαναείπε η Σασίτα.
«Μα είναι τραγούδι αυτό;  "ω τα βουνά μου" ..!;», συμπλήρωσε η μαμά.
Η Νάνυ κοίταξε σοκαρισμένη την αδερφή της. Είχε εκπλαγεί, και ήταν αμήχανη.
»Ω ναι, είναι τραγούδι!  Μαμά, εσύ δεν το καταλαβαίνεις αυτό,  το καταλαβαίνουμε μόνο εμείς. Είναι ένα τραγούδι, έτσι δεν είναι, κύριε Άλμπη;!«, φώναξε η Σασίτα.
Ναι!», είπε ο άντρας και σκέφτηκε:  «Είναι ανθρώπινη ψυχή... ένα τραγούδι!«, και κοίταξε μέσα στον κόσμο των δύο παιδικών ψυχών.
Η Σασίτα έχει το ρόδινο χρώμα του πρωινού... δεν μπορείς να το πεις αλλιώς.
Αλλά η άλλη,  η χλωμή, που θέλει να παίζει λύρα και τραγουδάει με αλτ φωνή - -  «Ω τα βουνά μου, τα βουνά μου»... ; ;!
...
Βράδιασε και ο άντρας καθόταν ανάμεσα στα δύο κορίτσια, σε ένα παγκάκι στην ακτή.
Η Σάσυ ακούμπησε το ξανθό κεφαλάκι της στα πόδια του και κοιμήθηκε.
Η Νάνυ καθόταν δίπλα του  και κοίταζε έξω... στο νερό...
Δύο λευκές  παιδικές ψυχές είχαν πετάξει προς αυτόν. Όμως μόνο τη Σασίτα τον αγαπούσε αληθινά.
Τι θα πει «αληθινά» ;!
Πάνω από την χλωμή αιωρούνταν η μοίρα.  Μέσα της κάτι τραγουδούσε... «ω τα βουνά μου...»
Αλλά τον φίλησε απαλά και είπε... «Άλμπη...».
Όμως τον κύριο Βουνίδη με τις κίτρινες τριχούλες, τα στραβά ποδαράκια και τα τεράστια αυτιά... τον αγαπούσε «αληθινά». Όταν περνούσε αδέξια από μπροστά της, ένοιωθε μια βαθιά νοσταλγία...
Σηκώθηκε και πέταξε την ζάχαρη της ντροπής στο νερό...
Ο άντρας ένιωθε το βάθος...
«Η Νανίτα είναι δύσκολο παιδί, θέλω να κοιμάται πιο πολύ, θέλω να μην αναστατώνεται...» και η μητρική της καρδιά ένιωσε την «αιωρούμενη μοίρα».
...
 Ο  άντρας συμπεριφερόταν και στα δύο παιδιά με τον ίδιο τρόπο.
Τα αγκάλιαζε τρυφερά, τα φιλούσε, πήγαινε μαζί τους βόλτα στην ακτή, χεράκι - χεράκι.  Και αργά το απόγευμα τα έβγαζε βαρκάδα στη λίμνη...
Το φθινόπωρο, όταν έφυγε, χάρισε και στις δύο από ένα χρυσό κουδουνάκι και από ένα βραχιολάκι όπου πάνω τους ήταν σκαλισμένες οι λέξεις, «Νερό - Ακτή».
...
Το επόμενο πρωί η Νανίτα τραγουδούσε με την αλτ φωνή της, «ω τα βουνά μου, τα βουνά μου...»
Ήταν ένα τραγούδι... ναι, ένα τραγούδι!
Η Σασίτα άκουγε και σκεφτόταν - - «ερημίτρια, τραγουδίστρια... !», όμως είπε απλά,  «Νάνυ, είσαι υπερβολική... !».




Άνα Ζουμάνη

SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image