Το κορίτσι με την βελούδινη ζακέτα



Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στο δημόσιο, ικανοποιητικά αερισμένο πάρκο. Ο αέρας ήταν κάπως καλύτερος από ότι στο κέντρο της πόλης και οι παιδικές χαρές ήταν γεμάτες  παιδιά που έπαιζαν μόνα, ή σε ομάδες, καθόταν κουρασμένα, η περπατούσαν φρόνιμα χέρι-χέρι.
Ήταν άσχημα και όμορφα, χλωμά και ροδοκόκκινα, χαριτωμένα και αδέξια, όμως όλα... όλα  ήταν κλεισμένα μέσα στην παιδική τους ζωή, στο δημόσιο, ικανοποιητικά αερισμένο πάρκο.
Το κορίτσι με την βελούδινη ζακέτα και τις πυκνές μπούκλες, στεκόταν και έβλεπε τις υπέροχες άσπρες και μώβ τουλίπες... στεκόταν ακίνητο.
Ταξίδευε ελεύθερο από την παιδικότητα, το χρόνο, τις επιθυμίες της ώρας και της στιγμής, είχε ξεχάσει ότι υπάρχουν κούκλες, σχοινάκια, μπαλόνια και «μπαμπά δώσε μου το ψαλιδάκι» από λουλούδι σε λουλούδι.
Εκείνη τη στιγμή της λήθης και της μέθης ήταν μια ποιήτρια, μία από τις καλύτερες, από τις πιο βαθιές!
«Γιατί στέκεται η μικρή σας τόση ώρα μόνη της και βλέπει τα βαρετά λουλούδια; Είναι ακατάδεκτη, ή έχει κάποιο πρόβλημα;», είπε κάποιος στη συνοδό του κοριτσιού και εκείνη αμέσως φώναξε:  «Νανίτα! Γιατί στέκεσαι τόση ώρα μόνη σου; Πήγαινε αμέσως να παίξεις με τα άλλα παιδιά!«
Και το κορίτσι με την βελούδινη ζακέτα πήγε να παίξει «με τα άλλα παιδιά», στο δημόσιο, ικανοποιητικά αερισμένο πάρκο.




Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image